Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΑΡΘΟΥΡ ΡΕΜΠΩ

Αρθούρος Ρεμπώ,

Μια εποχή στην κόλαση

Μτφ: X.Σ. Kρεμνιώτης





Όλα γιορτή. Κι η ζωή μου, γλέντι δίχως τελειωμό. Αν καλά τη θυμάμαι.
Οι καρδιές ήταν ορθάνοιχτες. Και κρασιά κυλάγαν παντού.
Δείλι:
Στα γόνατα μου κάθισα την ομορφιά.
...πικρή που ήταν...
Και την έφτυσα στα μούτρα!
Αρματώθηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Κι από εσάς
ελέη
Μάγισσες, διχόνοιες οικτιρμοί, που 'δωσα να φυλάξετε τον θησαυρό μου
Δραπετεύω.
Έφτιαξα την ψυχή μου πόρτα
Κι από τα μέσα της φυγάδεψα, κάθε ελπίδα ανθρωπινή. Και
Χίμηξα
Με τη σιγή που κρύβουν τα θεριά πριν απ' το θύμα.
Στο σβέρκο του χαρμόσυνου
Χίμηξα
Κάλεσα δήμιους!
Τη γκιλοτίνα , ζήτησα να μ' άφηναν να γλύψω. Πέθαινα!
Κι αφού θα πέθαινα, τη λάμα γλύφοντας, βαθιά να ένιωθα το τέλος.
Όλων των εποχών επικαλέστηκα τις μάστιγες. Για να χανόμουνα.
Για να χαθώ. Την πνοή μου σιωπώντας.

Αίμα και άμμος το τέλος.
Και ο Θεός καταντημένος τρικυμίες!
Με στέγνωσ' η ανάσα του φόνου. Εγώ
Την ξεγέλασα την παράνοια!

Έμπηξε η άνοιξη στα χείλη μου
Το φριχτό το γέλιο του ηλίθιου. Και
Μια στιγμούλα μόνο πριν να παραδώσω πινακίδες...
Σκέφτηκα να γυρέψω πάλι το κλειδί
Για τη λαμπρή γιορτή εκείνη... η ανθρωπιά! Ετούτο είναι το κλειδί. Κι η ευσπλαχνία.
(μια τέτοια έμπνευση, το ξέρω, δείχνει να ονειρεύτηκα.).

«Μα ύαινα θα παραμείνεις! Θέλοντας και μη.»Κτλ κτλ κτλ.... οι λέξεις αντηχούσανε του δαίμονα,
Βαθιά. Μέχρι που ν' ακουγόταν να πλατάγιζε και το μεδούλι...Ω...
Και μ' έστεφε με τα χεράκια του εράσμιες παπαρούνες. « Καλέ μου, άκου:
Φτάσε στο θάνατο με τις ορέξεις σου όλες κι όλο σου το εγώ και τ΄αμαρτήματα όλα, αυτά που λεν θανάσιμα»
Α ! Α-γρίεψα! Αγαπητέ μου Βελζεβούλ, του είπα, σ' εξορκίζω! Άσε τις άγριες ματιές και σκέψου. Η ώρα για καινούριες αθλιότητες σιμώνει. Κάποια κραιπάλη
Πάλι θα με καβαλήσει και
Μέχρι τότε, αφού ζητάς από τους συγγραφείς διδασκαλίκια και περιγραφές και τα τοιαύτα να εκλείπουν,
Την προσφορά μου δέξου:
Φύλλα που επάνω τους
δακρύζει ο κολασμένος...







ΤΟ ΒΡΟΜΙΣΜΕΝΟ ΑΙΜΑ

Πρόγονοι Γάλλοι.
Ένα κρυστάλλινο γαλάζιο γκρι, πέτρωμα των ματιών μου,
Από εκείνους.
Η στενοκεφαλιά μου Γαλλική.
Κι εξίσου πλαδαρός μ' αυτούς στην πάλη. Τα ρούχα μου,βαρβαρικά.
Ναι, ναι, όσο και τα δικά τους. Μα ευτυχώς, με βούτυρα δεν τα αλείφω τα μαλλιά μου...
Οι Φράγκοι, ήσαν θεριστές. Και γδάρτες τομαριών(ακόμη και σ΄αυτά, οι ανικανότεροι στην εποχή τους.).
Ως απόγονος τους, ειδωλολάτρης και εγώ. Και βέβαια, φανατικός της ιεροσυλίας.
Μα όλα τα ελαττώματα!
Οργή, λαγνεία (α! εξαίρετη αυτή!) και πάνω απ' όλα, ψέμα!
Το ψέμα και η νωθρότητα.
Τρέμω κάθε επάγγελμα. Αφέντες, δουλικά κι εργάτες βλάχοι όλοι. Και αγράμματοι.
Ο αιών...των χεριών. Μα εγώ δεν μπλέκομαι σε αυτά. Εγώ, τα χέρια μου, τα έχω καθαρά. Αρνάκι.
Άσε που συνηθίζοντας κανείς, ξεχνιέται. Ποιός ξέρει πού μπορείς να φτάσεις συνηθίζοντας...
Η ειλικρίνεια των ζητιάνων, με τρελαίνει! Ευνούχοι και φονιάδες, απεχθείς. Αλλά εγώ... άθικτος!
Κι έτσι δεν μ' αφορά.
Mais! Qui a fait ma langue…συγνώμη. Θέλω να πω, δεν βρίσκω ποιός την έκανε έτσι δόλια την γλώσσα μου, που ως σήμερα, τόσο προστάτεψε την οκνηρία μου.
Μήτε απ' το κορμί μου γύρεψα να ζήσω. (...Χαμένο κορμί!)
Εγώ,
Υπάρχω παντού.
Ούτε μια φαμελιά δεν είναι στην Ευρώπη ολόκληρη που δεν γνωρίζω. Και λέω...οικογένειες σαν τη δική μου, που όλα τα χρωστά στην διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γνώρισα
Τον απόγονο όλων.

Να ‘ταν ένας, δικός μου απόγονος γνωστός στην ιστορία. Ένας έστω...Μα τίποτε. Κανένας.
Είναι ολοφάνερο, προέρχομαι από κατώτερη φυλή. Από στασιασμούς δεν σκαμπάζω. Απλά,
ορμάω όπως και οι λύκοι
σε θηράματα αλλονών ή στα ψοφίμια.

Αναπολώ την ιστορία της Γαλλίας, κόρη πρωτότοκο της εκκλησίας.
Σαν χορικός, ταξίδεψα στους άγιους τόπους κι έχω μες στο μυαλό μου, δρόμους που μες απ' τις κοιλάδες πέρναγαν της Σουαβίας. Βυζαντινές εικόνες, και της Ιερουσαλήμ τους προμαχώνες. Η λατρεία της Θεοτόκου, κι η θλίψη που γεμίζω σαν σταθώ μπροστά από τον εσταυρωμένο μοιάζουνε φλόγες. Τι φλόγες; Σπίθες απλώς μπροστά στην λαίλαπα της παγανιστικής τελετουργίας.
Σαν, λεπρός, ξαπόστασα, πάνω σε θρύψαλα αγγείων, ριγμένος
σε τσουκνίδες, την πλάτη μου στηρίζοντας σε χάλανδρα κοκκινινωπά λες και τα πότιζε σκουριά με το λιοπύρι η μέρα.
Έπειτα μισθοφόρος. Γυάλινες νύχτες στρατοπέδευα στη Γερμανία.
Με γέρους και παιδιά, σαμπάτ χορεύω ακόμη στα ξέφωτα δρυμώνων
Άλλο τίποτε δεν θυμάμαι αλήθεια, από αυτήνε τη γη. Και απ' το Χριστό. Τίποτα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να πάψω να με αναγνωρίζω μες σε αυτά τα περασμένα, μα, βαθιά δικά μου χρόνια. Όμως,
πάντοτε μόνος.
Δίχως κανέναν.
Ή, ακόμη, τι γλώσσα να μιλούσα ;
Μέσα μου, δεν βρίσκω μήτε τις εντολές του Χριστού, μήτε και να μπορώ να ανήκω σε συμβούλια εκπροσώπων Του..
Σήμερα,
είμαι η μοναξιά που κληρονόμησα.

Μπα, ούτε τυχοδιώκτης κι ούτε μισθοφόρος. Η κατώτερη φυλή,
σκέπασε τα πάντα.
Ο λαός, καθώς τον ονομάζουνε, η σκέψη,
η επιστήμη και το έθνος...


Ώ η επιστήμη! Τα πήρε όλα! Κι όσα ήτανε της σάρκας και τα άλλα που ήταν της ψυχής.
Το... «τούτο Μου έστι το αίμα» έγινε ζήτημα εξέτασης αίματος. Ιατρικής
και φιλοσοφίας.
Πάνε, πάνε και τα γιατροσόφια των πονόψυχων γριών και όλα τα τραγούδια τα λαϊκά, πάνε.
Πάνε και αυτά. Η επιστήμη τα διασκεύασε όλα. Σκοπός της προόδου είναι η αλλαγή.
Η διασκευή του παλαιού.
Καλού και κακού.
Και οι διασκεδάσεις των πριγκίπων, όσα άλλοτε οι ίδιοι απαγόρευαν σα βασιλιάδες!
Γεωγραφία, κοσμογραφία. Μηχανική και η φυσική.
(κι οι σκλάβοι τους βεβαίως τα ίδια)

Επιστήμη, είναι η κάθε νέα τάξις.

Λοιπόν... βαδίζει ο κόσμος. Μονόδρομα. Ανεπιστρεπτί.
Είναι το όραμα των αριθμών. Πηγαίνουμε προς το πνεύμα, είναι βεβαιότατο. Σαν προφητεία.
Κι όμως, θα ήθελα να σιωπήσω. Ίσως, που δεν μπορώ να μιλήσω σαν παγανιστής...

Το αίμα της ειδωλολατρίας, επιστρέφει.

Μα, αν όντως στέκει δίπλα μου το Πνεύμα, ο Χριστός, προς τι δεν με βοηθάει; Λέω, που μήτε ελεύθερος και μήτε ευγενής μπορώ να νιώσω. Το ευαγγέλιο,
Μας τέλειωσε. Το ευαγγέλιο…
Προσμένω τον θεό με βουλιμιά!
Είμαι, ας πούμε, ο ανέκαθεν κατώτερος.

Και να 'με τώρα, στη Βρετάνη. Φεύγω, και πίσω μου, αφήνω πόλεις
με τους δρόμους φωτισμένους.
Γιατί έφτασε η νύχτα.
Αφήνω την Ευρώπη. Οι πελαγίσοι άνεμοι θα μου τα κάψου τα πνευμόνια.
Οι τόποι οπού θα ζητήσω να σταθώ, θα χτίσουνε το σώμα μου ξανά. Αλλά χάλκινο.
Να κολυμπάς, να τσαλαπατάς τα χορτάρια,, να κυνηγάς, και,
πάνω απ' όλα να καπνίζεις. Να πίνεις δυνατά ποτά, σα μέταλλο που βράζει και χοχλάζει.
Όμοια με τους παλιούς, τριγύρω απ' τις φωτιές…
Θα γυρίσω, με ατσάλινο κορμί, με σάρκα σκούρα, με τη ματιά μαινόμενη. Στη μάσκα που θα έχω γίνει πια, μιαν άλλη θα νομίσουνε γενιά πως μ' έχει πλάσει. Θα γίνω κτήνος που θα σέρνεται βαριεστημένο.
Κι έτσι θα ζει. Θα ‘χω χρυσάφι για να ζω. Τέτοιους παλαίμαχους, αρρωστημένους άγριους, τους ποθούν οι γυναίκες. Και έτσι, θα εμπλακώ με την πολιτική. Σώθηκα. Τώρα...
ναι, είμαι καταραμένος.
Την τρέμω την πατρίδα.
Να αποκοιμηθώ. Ετούτο θα ήταν το καλύτερο.
Να ξαπλώσω τον ύπνο μου στο ακρογιάλι.
Δεν φεύγει κανείς, όπου και αν ήτανε να πάμε άλλωστε, θα φεύγαμε από εδώ.
Με βάρυναν οι μικρότητες
εκείνες που καρφώσανε τις ρίζες τους και ανθίσανε λυγμό, μέσα σε εμένα.



Ό,τι σπάρθηκε την εποχή της σκέψης,
ανεβαίνει προς τον ουρανό.
Και σπαράζει.


Έχει ειπωθεί• Μη φανερώσεις στον όχλο πόσο του μοιάζεις. Γιατί θα πει , μονάχα εσύ πως την προκάλεσες και την αηδία και
τη μοναξιά. Και την εξάπλωσες εσύ.. Δεν πάω πουθενά λοιπόν.
Μα
δείτε: αν φύγω, αυτή,
θα είναι
η πράξη
της αθωότητας μου.
Που στέρεψε.
Της αιδούς. Που εδώ,
σας αποχαιρετά.
Εμπρός λοιπόν! Η έρημος, ο σταυρός μου
, η άνοια,
Η οργή!

Σε ποιόν να πουληθώ; Ποιο κτήνος να λατρέψω ποια καρδιάνα θρυμματίσω; Ποιό
εικόνισμα να βεβηλώσω; Ποιό
ψέμα να κάνω θρησκεία μου ποιό αίμα να ξεπλύνει τα πόδια μου;
Όμως,
ας δούμε τα πράγματα αντικειμενικά.
Η ζωή, είναι σκληρή. Η αποκτήνωση, εύκολη. Λοιπόν. Η προσταγή: Με το χέρι σου σε στάση γροθιάς ,μα πια, σκελετωμένο, άνοιξε το μνήμα. Μπαίνεις.
Και ασφυκτιώντας,
ψοφάς.
Έτσι, τέλος και τα γεράματα και δεν διακινδυνεύεις και τίποτε!
Ο φόβος άλλωστε, δεν είναι λαγνεία. Δεν είναι ορθολογισμός.τουλάχιστον δεν θα έπρεπε.
Συνεπώς, δεν είναι πράγμα που πωλείται στη Γαλλία.
Η μοναξιά , όταν ποτέ σου δεν τη διάλεξες, βλέπει τον Θεό σα τα σκυλιά το πτώμα το κρεμάμενο απ' το δένδρο και, χοροπηδά, σαν για να τον δαγκώσει. Αν όχι για να τον κατασπαράξει, όσο για να χορτάσει, λιγάκι,
να ξεδιψάσει κόκκινα.

Ω αυταπάρνηση! Ώ ευσπλαχνία μου! Αγγελικές μου χάριτες πεσμένες εδώ κάτω
Τι κάνει ‘σας να δέχεστε να τριγυρνάτε πέρα
Αλάργα απ' την παράδεισο, στ' ανθρώπου τη χολέρα;
Θα σου χιμήξω, να σου φάω την τελειότητα! Με ακούς; Σ εσένανε τα λέω, άλλε Νυμφίε!

Εκ βαθέων,
Κύριε,
τι αρχίδι που είμαι!!!



Από τα πρώτα μες στη μνήμη χρόνια μου, θυμάμαι, θαύμαζα τους κατάδικους και το αμετάκλητο της τόλμης τους. Η τόλμη! ο μίτος που τους έφερνε ως τη αγχόνη! Ο κατάδικος! Πέρναγα από τους τόπους που είχε πια καθαγιάσει η διαμονή του. Έστω, ένα απλό του πέρασμα. Από ένα καπηλειό, από ένα πανδοχείο. Ακολουθούσε τη μοίρα του, που, μύριζα κι εγώ και ακολουθούσα εκείνον. Τον πιότερο και από τον άγιο δυνατό. Αισθητική; Καλύτερη και απ' του πολυταξιδεμένου.
Ήταν το δόγμα του εαυτού του.
Ήταν ο μάρτυρας της πίστης του.
Ήταν ο βασιλεύς της δόξης Του. (Το είχε πιάσει το νόημα. )
Εκείνος μ' έκαμε να ελπίζω. Τα μάτια του θα έχει η επιβίωση, σκεφτόμουν.
Και έβλεπα ακόμη να κρατάει το μπλε του ο ουρανός.

Οι χειμώνες, κρυστάλλωναν την καρδιά μου και μια φωνή, έψαχνε να την συντρίψει σε κομμάτια από γυαλί και από ξυράφι: «Δύναμη ή αδυναμία; Μα να την. Η δύναμη δεν είναι αυτή που μου νεύει; Γελιέμαι; -Συ, μήτε που πας γνωρίζεις, μήτε και γιατί πηγαίνεις. Για αυτό σου λέω, προχώρα όπως κι ο φονιάς. Χωρίς να υπολογίζεις την ελευθερία και τα υπόλοιπα. Διάβαινε κάθε κατώφλι που ποθείς.
Εσύ,
δικαιούσαι να απαντήσεις σε όλα!
Είσαι η αθανασία του πτώματος.
Εν ολίγοις:
Το πρωί , το βλέμμα μου, ήταν κοινό. Τόσο κοινό σαν τη συνείδηση.
Νεκρό εξίσου. Και για αυτό, κανείς δεν μ έβλεπε.
Στις πολιτείες, τα λασπόνερα, μου μοιάζανε μαύρα. Μαύρα και κόκκινα σαν τους καθρέφτες που ζυγώνει το κερί μες στο σκοτάδι. Μαύρα και κόκκινα σαν, χρώμα κάποιου θησαυρού στο δάσος. Καλή τύχη-ωρυόμουν- και έβλεπα πυρκαγιές ισάβυσσες που ξεχυνόντουσαν θαλασσινά.
Και μες στη θράκα τους τα πλούτη όλου του κόσμου!
Όλα τριγύρω ήταν φωτιά.
Αλλά, από τα όργια έως τη πιο απλή γυναικεία συντροφιά, ό-λα
ήταν απαγορευμένα.
Δεν μου επιτρεπόταν ούτε έναν σύντροφο να έχω.
Δάκρυζα, γιατί δεν μπόραγαν να καταλάβουν, δεν συμπονούσανε ό,τι με βασάνιζε ,
σαν άλλη Ιωάννα της Λορένης δάκρυζα ενώ τους κοίταγα:
« Ιερείς! Διδάσκαλοι! Άρχοντες… γιατί με παραδίνεται σε τέτοια κρίση; Ποτέ μου δεν ασπάστηκα τους νόμους του λαού σας. Ποτέ δεν ήμουν χριστιανός. Έρχομαι από τόπους, που τους νόμους τους δεν ξέρετε ν ακούσετε! Ένα μονάχα θα σας πω:
Είμαι εκείνης της φυλής, που τραγουδά και στους τροχούς και στις αγχόνες.
Σας λέω, δεν νοώ από νόμους. Μήτε προβλήματα με νοιάζουν ηθικής. Είμαι ο κατεξοχήν κυνικός.
Ένας αράπης είμαι. Ένα κτήνος. Αλλ' εγώ, μπορώ και να σωθώ. Έτσι με γεννήσατε.
Ενώ εσείς, εσείς είστε οι μανιακοί, τα αγρίμια. Οι άτιμοι αράπηδες.
Σεις που εμπαίξατε τον ήλιο. Εσείς που κάνατε δεμάτια από κορμιά την αθωότητα.
Και αλλού, δεμάτια από κορμιά, νεκρά,
το θαύμα σας .
Και τα καίγατε καταμεσής των δρόμων. Να Δούν οι άνθρωποι!
Αυτοκράτορα, είσαι αράπης. Ακόμη και στον σατανά, φόρο επέβαλες, να δίνει το πιοτό του, να σε ξεδιψά. Δικαστικέ , εσύ είσαι αράπης. Έμπορα,
είσαι αράπης.
Ακόμα και η ψώρα σας, μοιάζει μ αράπη!
Τον ίδιο λαό κυβερνάτε. Εσείς. Ο πυρετός και ο καρκίνος! Αλήθεια! Πιο σεβάσμιοι κι οι λεπροί κι οι γέροντες που δεν απόκαμαν από τη λέπρα και τον θάνατο, αλλ' από εσάς! Τόσο που αποζητούν, να φτιάξετε καζάνια να τους ρίξετε κι έτσι
στη θύμηση της κόλασης της άλλης που έρχεται, να ξαποσταίνουν.

Θα ‘ταν σοφότερο να αφήσω αυτή την ήπειρο. Το μόνο που την τρέφει,
είναι που αισθάνεται πως της βρίσκεται κάποιος που να μπορεί να του δείχνει το έλεος της. (Και αν…).




Βουαλά!
Μόλις μπαίνω στο αληθινό βασίλειο του σπέρματος Χαμ.
Γνωρίζω ακόμη τη φύση; (Εδώ, ούτε εμένα αναγνωρίζω.)
Θάβω νεκρούς στα σωθικά μου.
Τέλος οι λέξεις.
Όταν αποβιβασθούνε οι…λευκοί,, χάθηκα.
Και δεν βλέπω την ώρα! Να χαθώ.
Πείνα και δίψα και χορός! Χορός!
Ά! Να ‘τη. Η ασπρίλα… τα κανόνια! Γρήγορα… βάπτισμα και εργασία.

Με επεσκίασε η χάρις του Κυρίου! Ούτε που το φανταζόμουν. Να δούμε τώρα τι θα πούνε οι …λοιποί του Χρίσματος! Εγώ, δεν έκανα ποτέ κακό. Κι οι ημέρες, δεν θα με βαραίνουν
(δόξα να ‘χεις Κύριε! Μετάνοια, απεφεύχθη!).
Ξεψύχησα αγαθοεργόντας. Άρα, τελώνια και λοιπές φοβίές, γιόκ! Μας τελειώσανε. Θα λένε:
« Ανέρχεται στην γενεά του φωτός.» Και αλήθεια θα ‘ναι.
Θα είμαι απόγονος εκείνου του φωτός, του αυστηρού
όπως το δάκρυ εμπρός απ' το κερί, που καίει δίπλα στη κάσα.
Αναμφίβολα! Ακολασία και βίτσιο, αμφότερα, είναι ηλίθια.

Ναι, είναι για να την πετάμε επιτέλους τη σαπίλα.
Μακριά. και μάλιστα γρήγορα!
Μα την ώρα αυτή, το ρολόι, θα τη σημάνει,
όταν ο πόνος, θα γίνει ατόφιος.

Μπορεί και να είναι η λήθη κάθε ευτυχίας η παράδεισος.
Εκεί θα βρω καταφύγιο! Και παιχνιδίζοντας με τον Θεό, με τον καιρό, θα αποκτήσω το κλειδί της γνώσης.
Εμπρός λοιπόν, για την παράδεισο! Υπάρχουν κι άλλες ζωές να βγάλουμε απ' τη μέση;

Δεν μπορώ να δω, εάν η φύση είναι θέατρο ,ή, αν είναι θέαση αληθινή της καλοσύνης.

Η Παναγιά μαζί σας… Χίμαιρες, ιδανικά,
αυταπάτες.
Η αγάπη του Θεού, φτεροκοπούσε στο πλευρό μου και με σήκωνε πάνω απ τη τρικυμία.
Νιώθω να ξεψυχώ. και την ώρα της σάρκας.
Και την ώρα της λατρείας.
Σ' εκείνους που αφήνω, θα θεριέψει η οδύνη. Θα με εκλέξετε ανάμεσα στους ναυαγούς.
Μα Εσύ, σώσε κι όσους φτάνουνε πίσω από εμένα.

Σωπαίνω.

Λογίκεψα. Ο κόσμος,
είναι,
καλός.
Ας είναι ευλογημένη η ζωή. Δεν θα σταματήσω να το λέω. Όχι, μη προτρέχετε. Δεν είναι παιδιαρίσματα. Κι ο θάνατος να έρθει και τα γηρατειά, ας έρθουν. Ας είναι. Εγώ, θα αντλώ δύναμη από τον Θεό. Αυτός μου δίνει δύναμη. Δική του η δόξα.
Εις το αιέν.
Δεν αισθάνομαι πια, το παραμικρό για τη νωθρότητα, το μένος, την αποκτήνωση, την ακολασία, την τρέλα. Κάτι πήρε το φορτίο μου.
Άλλαξα. Αλήθεια άλλαξα. Ελάτε, αντικριστέ (εάν το μπορείτε, δίχως ίλιγγο… )
το μέγεθος της αθωότητας μου!


Σωπαίνω.

Όχι, κανένα μαρτύριο δεν δέχομαι γιατί καμμία ανάπαυση δεν μπορεί να μου δώσει. Τελεία και παύλα! Δεν ήρθα για να κάνω πεθερό μου τον Χριστό και τα τοιαύτα. Στο διάολο οι σκέψεις!
Σωτηρία, ναι. Αλλά και ελευθερία! Καλύτερα: Αποζητώ την ελευθερία που προσφέρει η λύτρωση! Τρίχες!
Η ευσέβεια, ο Θείος έρωτας και οι άλλοι. Τέλος!
Μήτε που σκέφτομαι τους ρομαντισμούς των παραμυθιών!
Μα, αλήθεια, ποια είναι η ταχύτητα με την οποία οι αιώνες γίνονται λαμπροί ,ή, κτηνώδεις σαν μύθοι ή, ευτελείς σαν παραμύθια ; Αδιάφορον!

Καθένας με το μυαλό του. Περιφρονεί ή αποζητάει.
Ας αναλάβει τις ευθύνες του. Εγώ πάντως, είμαι ο κορυφαίος του είδους.
Τώρα, η ευτυχία. Οικογένεια, ή σταδιοδρομία ή, ή..
Όχι. Λυπάμαι, αλλά, είμαι λίγος για την ευτυχία.

Θέλει να τον φιλάς τον θάνατο με χείλια και με δόντια.
Δεν μπορώ.
Για αυτό και μένω ακίνητος , δειλιάζω. Τα περί εργασίας , τα ξέρω. Αργία, μήτηρ κοκ… Μακάρι, μακάρι, να μου χάριζε ο Θεός τη γαλήνη, την ιλαρή εκείνη, της προσευχής των πρώτων χριστιανών. Όλοι τους άγιοι! Όλοι!
Οι άγιοι! Τι δύναμη! Κι οι αναχωρητές. Καλλιτέχνες! Δίχως άλλο. Σαν αυτούς, που κανείς δεν χρειάζεται πια. Είμαστε οι παλιάτσοι των ημερών μας. Ο καθένας της ζωής του! Ο καθένας των αλλονών. Κλάψτε μαζί μου. Λέω, για το γελοίο της αθωότητας μου.

Αρκεί! Ιδού η τιμωρία. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Τα στήθια μου με καίνε! Αλλά και πού; Πού να πάει κανείς; Είμαι ταλαίπωρος.
Απάνω μου φωτιά κι ωστόσο νύχτα.
Οι άλλοι προελαύνουν, μα βιάσου και ο χρόνος…
Όχι, πρώτα τα όπλα.
Τον χρόνο θα τον φτάσουμε. Μα δεν μπορώ. Δεν μπορώ άλλο.
Ρίξτε λοιπόν! Πυρ! Απάνω μου. Πριν να παραδοθώ! Όχι...
θα παραδοθώ. Να, θα πέσω κάτω απ τα άλογα. Να με τσακίσουνε.
Καλπάστε γενναίοι!
Θα το συνηθίσω. Θα μου το ψιθυρίζω ακόμη και νανούρισμα:

Τέτοια είναι η γαλλική ζωή. Το σοκάκι της δόξας!

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

Μακαρίστε τρεις φορές την έμπνευση μου! Δεν είναι καμιά τυχαία έμπνευση!
Γέννημα θρέμμα της κάψας που χω μέσα στ' άντερα. Ένεκεν δηλητηρίου δηλαδή! Το κατάπια και το χάρηκα! Νιώθω να ζαρώνω. Και τα πνευμόνια μου, να γίνονται δισάκι που καλά φυλάει τη στάχτη.
Η κόλαση είναι η ποινή! Η αιώνια! Δείτε τι λάγνα με χαϊδεύουν οι φωτιές της!

Καίω, καθώς πρέπει.
Εμπρός διάβολε!
Το ‘ξερα εγώ. Το ‘χα προβλέψει! Όλα θα γυρνούσανε μια μέρα, προς το καλό. Πώς να το περιγράψω; Να , μέσα στην κόλαση, πού να υμνήσω; Πώς να τολμήσω κάτι τέτοιο; Όχι, δηλαδή, πως θέλω να υμνήσω εγώ , αλλά να, στο όραμα , που λέω, όλα είχαν στα χείλια τους καλά κρατημένο έναν ύμνο. Σαν να κρατούσαν με τα δόντια κάποιο τριαντάφυλλο. ! Περαιτέρω, δεν γνωρίζω. Ήτανε η δύναμη; Ήταν η ειρήνη;

Ευγενείς φιλοδοξίες; Ίσως.
Κι όμως, ακόμη απομένει ζωή.
Τώρα, αν ο κολασμός είναι αιώνιος... Πάντως, αυτός που θέλει να κολαστεί, θα κολαστεί.
Άλλωστε, ο κολασμός, δεν είναι παρά μια μορφή ευνουχισμού. Όλα αυτά όμως, όλα αυτά που περνώ, είναι τα επακόλουθα του βαπτίσματος μου! Την καταδίκη μου την υπέγραψαν οι γονείς μου.
Με βάπτισαν και τώρα τιμωρούμε για κάτι που ποτέ δεν θέλησα να αναλάβω!
Με ευνούχισε το βάπτισμα!
Αλλά, θα τιμωρηθούνε και αυτοί! Ενώ, άντε να επιτεθεί σε έναν ειδωλολάτρη ο σατανάς! Ποτέ.
Για αυτούς, η κόλαση, παράδεισος!
Μάλλον θα πρέπει να φτάσω βαθύτερα στη κόλαση για να την απολαύσω. Λοιπόν, γρήγορα, όσο μου μένει ζωή, κάποιο έγκλημα! Να χω να πέφτω βαθύτερα.
Έστω , αν όχι στην κόλαση, στο ανύπαρκτο, όπως το λένε οι άνθρωποι.
Καλύτερα να σταματήσω! Η ηλιθιότητα μου, αρχίζει να με τρομάζει!
Να, ο σατανάς, είναι μάρτυρας: « Δεν είναι τίποτε τα καζάνια. Προς τι ο θυμός σου καλέ μου;»

Αρκετά! Όλα τα λάθη που μου φορτώνουνε, τα μάγια, τα χρίσματα τα κάλαντα! Όλα φτιαχτά για να με ξεγελάσουν! Και να πω ακόμη, πως, εγώ, την αλήθεια, την κατέχω. Και η κρίση μου είναι σταθερή και υγιής. Βλέπω την αξία της δικαιοσύνης. Είμαι πανέτοιμος για την τελειότητα…υπεροψία; Μπορεί.
Να το. Ήδη καίγομαι και η σάρκα του προσώπου μου ξεραίνεται.
( Εγώ,
Φοβάμαι, Διψάω…! )

Ω τα παιδικά μου χρόνια… τα περιβόλια , τα πρωτοβρόχια, οι λίμνες… και πάντα, όποτε το ρολόι σήμαινε μεσάνυχτα, σαν πάντοτε να χε πανσέληνο! «Παναγίτσα... βοήθησε με... είναι η ώρα του κακού σατανά!
Κρέμεται σα τη μαϊμού στους δείχτες.»
(Μα τι βόδι που ήμουν!)
Όχι, εκεί κάτω, δεν υπάρχει κανένας με την ελάχιστη στοργή για εμένα, εκεί κάτω, δεν υπάρχει ειλικρίνεια. «Μιλώ κουκουλωμένος απ' το μαξιλάρι μου, δεν με ακούνε, έλεγα, τα φαντάσματα»
Άρα, είμαι.
( -Ναι, τώρα ή τότε;)
Από τότε στη κόλαση λοιπόν! Την θυμάμαι αυτή την κάψα!
Κι ό,τι με φόβιζε , η μόνη λύτρωση μου.
Πάει, κανένας άλλος παρά μόνο το πεπρωμένο ανησυχεί για εμάς.


Οι παραισθήσεις, είναι αναρίθμητες. Το μόνο που ανέκαθεν κατέχω, είναι η απιστία.
Ιστορία!
Που άλλο δεν κάνει τίποτα απ' το να ζωγραφίζει
βασίλεια στις σελίδες της κ' ύστερα με φιλήδονα
τερτίπια να τις σκίζει
Θα το βουλώσω:
ιδεαλιστές και ποιητές, θα με ζηλέψουν.
Είμαι χίλιες φορές πιο πλούσιος. Δεν ξέρω από τι.
Ας είμαστε φειδωλοί σα την αντάρα!
Τα ρολόγια σταματούν. Συνεπώς, τέλος. θάνατος.
Η θεολογία δεν αστειεύεται: η κόλαση είναι κάτω από τη γη.
Και βέβαια, τη τοποθεσία της την μάθαμε εξ ουρανού. - Έκσταση και εφιάλτης σε φλεγόμενες κούνιες.
Η κακεντρέχεια μου επιμένει ακόμη και στη ρέμβη της εξοχής: Ο σατανάς, ο Φερντινάδος, τρέχει με την αγέλη του! Ο Ιησούς, έφλεγε τις βάτους δίχως να τις καίει…περπάταγε πάνω στα νερά...
Τον Ιησού, τον ξέρουμε στητό, με καστανά μαλλιά, ωχρό, δίπλα σε κύματα σμαράγδινα στο χρώμα.
Θέλω ν' αποκαλύψω όλα τα μυστήρια. Θρησκεία και φύση δεν θα μου ξεφύγουν.
Θα τις κάνω δικές μου…και όσα ήρθανε, και όσα θα ‘ρθουν, θα τα βρω. Θα τα μάθω.
Είμαι άπιαστος στα υπερθεάματα της βαρύγδουπης αναζήτησης.
Ακούστε.

Εγώ, έχω όλα τα ταλέντα! (…όπως παντού, κανείς δεν είναι εδώ που γράφω,
μα και κάτι υπάρχει…).
Ας είναι.- Δεν θα ‘πρεπε να δώσω μία από τον θησαυρό μου κι όμως σας μιλώ! Εκμεταλλευτείτε το !
Χρειάζονται τραγούδια μαύρα και αφρικάνικοι χοροί. Πρέπει να χαθώ. Να βουτήξω μες στις λασπωμένες λίμνες, να βουτήξω στα θολά νερά και να βρω το δαχτυλίδι. Να βουτήξω λοιπόν; Ε; θα φτιάξω καινούρια βοτάνια αν το ζητήσετε. Θα σας φτιάξω χρυσάφι. Λέτε λοιπόν! Μιλήστε!
Ελάτε που να πάρει ο διάολος, πιστέψτε με.
Μάθετε από εμένα ότι…η πίστη θα γλυκάνει τις καρδούλες σας. Πραΰνει η πίστη.
Και καθοδηγεί. ( Προπάντων. )
Ελάτε σε εμένα άνθρωποι φτωχοί , στην λαμπρή , στην μεγάλη μου καρδιά! Μου αρκεί η πίστη σας, είμαι , ας πούμε ολιγαρκής Θεός! Κρατήστε τις υμνολογίες και τα τελετουργικά. Μου αρκεί και μόνη η πίστη σας.
Όσο για εμένα τώρα: έχω πια την τύχη να μην υποφέρω. Η ζωή μου, ήταν γεμάτη από γλυκές τρέλες. Αξιοθρήνητη εν ολίγοις. Έτσι, ελάχιστα τον νοσταλγώ τον κόσμο.

Χε! Ας κάνουμε κάθε δυνατή γκριμάτσα!
Είναι ξεκάθαρο! Είμαστε εκτός κόσμου. Άκρα του τάφου…
Αχ, το φρούριο μου, η Σαξονία μου, τα δάση με τις φουντουκιές, τα απογεύματα
τα πρωινά, οι έσπεροι και τ' ακρινά μεσάνυχτα!
Πάει, κουράστηκα.
Θα ‘πρεπε να χα' έναν κοπάδι από κολάσεις.
Μία για το θυμό και μια για τη λαγνεία μου. Κι ακόμα μία για τον σνομπισμό μου.
Είμαι πτώμα. Με κάθε σημασία… Να τον! Είναι ο τάφος.
Γεια και χαρά που λένε, τρέχω, πάω στα σκουλήκια. Φόβος και τρόμος!
Απατεώνα! Θέλεις να ξεστρατίσω διάβολε! Αν, δε πα' να βάλεις όλα σου τα μαγικά! Το αρνούμαι.
Κι ας με πασαλείβεις με λάβες κι ας με λογχίζεις!



Ωό! να ‘μαι ξανά στον πάνω κόσμο! Τι τερατούργημα! Κείνο το φαρμάκι και το τρισκατάρατο φιλί!
Η αδυναμία μου... η σκληρότητα του κόσμου! Έλεος θεέ μου, κρύψε με. Κρύψε με γιατί ξεφεύγω.

Κρύφτηκα ή όχι;
… Όπου κολασμένος και η ποινή του.

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΑ
1
Η ΜΩΡΑ ΠΑΡΘΕΝΟΣ
Ας ακούσουμε την εξομολόγηση ενός συντρόφου από τη κόλαση:

« Ακου, άκουσε με, ω Θείε Νυμφίε, μην αρνηθείς τουλάχιστον να με ακούσεις… Εμένανε, την πιο θλιμμένη ζωγραφιά σου. Ξέρω, είμαι χαμένη. Είμαι πιωμένη, το ξέρω, και μαγαρισμένη. Τι ζωή!
Συγχώρεση! Συγχώρεση Κύριε. Μονάχα αυτό! Πόσα δάκρυα!
Βλέπεις; Κοντά σου να με θεέ μου και ας χτίσω χείμαρρους! Γεννήθηκα για να σ' ακολουθώ! ( …Ο άλλος τώρα, μπορεί και να μου δώσει καμία που στα λέω αυτά! )
Τώρα βρίσκομαι στους βυθούς του κόσμου! Ω φίλες! Μα τι φίλες; Όχι, όχι δικές μου!
Σε κανέναν τέτοια βάσανα. Τι κτηνωδία!
Αχ, σέρνομαι και βογκάω. Υποφέρω αληθινά! Με απαξίωσε ακόμα και η λήθη που μου έγινε απρόσιτη σαν για να μη μπορώ να ξεχάσω! Τι άλλο πια θα με βρει!
Ας το πω ξανά: είμαι δούλα του νυμφίου της κολάσεως, εκείνου που έκλεψε τις μωρές παρθένους. Είναι το ίδιο εκείνο δαιμόνιο! Δεν είναι σκιά ή φάντασμα. Αλλά εμένα, που δεν υπάρχω για κανέναν, που , χάθηκα από όλους, δεν μπορεί να μου κάνει τίποτε. Πώς να σου το περιγράψω; Ούτε που να μιλώ δεν ξέρω πια.
Πενθώ δακρύζοντας στη φρίκη.
Λίγη δροσιά Χριστέ μου αν θες.
Μονάχα εάν το θέλεις όμως…
Είμαι χήρα. Ανέκαθεν ήμουν. -Μα ναι, κάποτε υπήρξα σοβαρότατη! Και δεν γεννήθηκα να γίνω σκελετός. Αυτός, ήτανε σα παιδάκι… η τρυφερότητα του, μυστηριώδης, με κυρίευε… ξέχασα να ‘μαι άνθρωπος για να τον ακολουθώ. Τι ζωή! Η αληθινή ζωή , είναι απούσα.
Στον κόσμο είμαστε εμείς. Όχι η ζωή. Πάω όπου πάει εκείνος. Πρέπει.
Και συχνά, θυμώνει μαζί μου-δύστυχη ψυχή! Ο δαίμονας! Είναι δαίμονας ξέρεις… όχι άνθρωπος.
Το δαιμόνιο λέει: « Εμένα, δεν μου αρέσουνε οι γυναίκες. Τα περί έρωτος , είναι για να τα ξαναγράψουμε. Ξεκάθαρα. Οι γυναίκες, δεν ψάχνουνε άλλο από το να εξασφαλιστούνε. Όταν δε το πετύχουνε, άφησε τα, παρατάνε και τα αισθήματα, παρατάν και την ομορφιά! Άστα! Δεν απομένει παρά, μια ψυχρή περιφρόνηση. Και αυτή, μονάχα αν θέλουν να κρατήσουνε τον γάμο. Από την άλλη, ορισμένες που θα μπορούσανε να με συντροφέψουν, παραδίνονται σε κάτι χοντράνθρωπους που τους πουλάνε ευαισθησία.»
Εγώ, γνωρίζω να το ξεχωρίζω το δαιμόνιο απ τον τρόπο που δοξάζεται μέσα από το αίσχος.
Απ τον τρόπο που κατορθώνει να γοητεύσει με την απανθρωπιά του. «Εγώ, κατάγομαι από τη Σκανδιναβία. Σε εκείνα τα μέρη, ο ένας τρύπαγε τον άλλον στα πλευρά και ρουφούσαν το αίμα.
. Εγώ πάλι θα κάνω χαρακιές σε όλο μου το σώμα. Θα κάνω τατουάζ. Θέλω να γίνω φρικτός σαν Μογγόλος. Θα το δεις, θα βγω και θα ουρλιάζω στους δρόμους. Θέλω να χάσω τα μυαλά μου από την λύσσα! Η περιουσία μου, θέλω να είναι χρυσάφι και αίμα. Μην μου δείξεις ποτέ κοσμήματα , θα πέσω και θα χτυπιέμαι στο πάτωμα. Δεν πρόκειται να δουλέψω ποτέ!» Ήτανε βράδια που ‘πεφτε απάνω μου και ως τα ξημερώματα παλεύαμε. Και άλλες νύχτες, μου κρυβόταν μεθυσμένος στις γωνιές να με φοβίσει. Λέτε στα αλήθεια να με αποκεφαλίσουνε; Θα είναι αηδιαστικό!
Α! Και άλλοτε που ψάχνει πώς να παραστήσει τον εγκληματία!
Κάποτε πάλι, μιλά με τρόπο τρυφερό , για τον θάνατο που μοιάζει να ‘ναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να περπατήσει η μετάνοια για να φτάσει τους ανθρώπους, για αποχωρισμούς που κατατρώγουν τη καρδιά, για εργασίες που χουν κάματο πολύ.
Στα καπηλειά που πίναμε, έκλαιγε λέγοντας πως οι άλλοι γύρω μας, ήταν το ποίμνιο της ελεεινότητας. Ανασήκωνε τους μεθυσμένους που παραπατώντας πέφτανε στα σκιερά σοκάκια. Είχε τον οίκτο μιας μητέρας μοχθηρής για τα παιδιά και περπατούσε
με όλη τη σεμνότητα που ΄χουν τα κοριτσάκια όταν πάνε για κατήχηση.
Προσποιούτανε πως είχε μόρφωση ευρύτατη•
Για τέχνες, για ιατρική, για το εμπόριο. Κι εγώ, τον ακολουθούσα. Έπρεπε.
Τρύπωνα και τριγυρνούσα μες στη φαντασία του. Έβλεπα τα ρούχα του, τι είχε στα δωμάτια του. Τον σκεφτόμουνα με όπλα και αλλιώτικο. Όλο το σκηνικό που γύρευε να στήσει η σκέψη του, το είχα εμπρός μου. Ήξερα τι τον συγκινούσε. Πως ήθελε να κάνει δικό του ο,τι του άρεσε. Σαν αφηνόταν νωχελής, να ταξιδεύει με το νου του, τον ακολουθούσα. Και στο καλό και στο κακό. Μακριά… Κι ήμουνα βέβαιη ότι δεν θα ‘μπαινα ποτέ στον κόσμο του.
Πόσες νύχτες δεν αγρύπνησα στο πλάι του, ενώ κοιμότανε γυμνός, σκεπτόμενη, τι να τον έσπρωχνε τόσο να θέλει να δραπετεύσει απ τη πραγματικότητα…
Ποτέ άνθρωπος, τόσο δεν θέλησε να δραπετεύσει.
Αντιλαμβανόμουν , χωρίς να φοβάμαι για εκείνον, πως ήταν κίνδυνος σοβαρός για την κοινωνία. Ίσως και να ‘χει τρόπους μυστικούς να αλλάξει τη ζωή.
Και πάλι ανταπαντούσα στον εαυτό μου ,πως, αυτός, μονάχα ψάχνει.
Έπειτα, όλη του η φιλευσπλαχνία, έμοιασε να πλανήθηκε από άλλα πνεύματα και μ' αιχμαλώτισε. Καμμία άλλη ψυχή δεν θα έβρισκε τόση δύναμη, την δύναμη της απελπισίας, για να αντέξει στη αγάπη του. Από την ‘άλλη, δεν τον φανταζόμουνα με άλλη ψυχή.
Βλέπεις τον Άγγελο σου. Ποτέ τον Άγγελο του αλλουνού. Ή όχι;
Μες στην ψυχή του, βρισκόμουνα σαν σε παλάτι που το αδειάσανε για να μην φαίνετε μήτε ένα πρόσωπο τόσο ελάχιστα ευγενές όσο κι εσείς! Αυτό είναι όλο. Αλίμονο! Εξαρτιόμουν πλήρως από αυτόν. Mα τι να έβρισκε σε μία ύπαρξη δειλή κι απρόσωπη σα την δική μου;
Νεκρή δεν θα ήμουν καλύτερη; Γιατί δεν με σκότωνε;
Κάπως με θυμό, κάπως με τρυφερότητα έλεγα ενίοτε πως τον καταλάβαινα.
Εκείνος, απλώς ανασήκωνε τους ώμους.

Έτσι, σαν να μη χόρταινα, γύρευα με όλη μου τη δύναμη ξανά την καταδίκη.
Λες και ποθούσα να ξεπέσω στα ίδια μου τα μάτια. Και να κλάψω για εμένα, όσο θα έκλαιγαν αυτοί που με ‘ξεχάσανε. ( Αν δεν θα με είχαν ξεχάσει. Εννοείται.)
Η καλοσύνη του, αχ, μου είχε γίνει απαραίτητη.
Ανοίγοντας την αγκαλιά του, ξεχυνόταν ένας ουρανός που θα ‘θελα να φτερουγίζω μέσα του, δίχως ν' ακούω, τυφλή, χωρίς φωνή, γυμνή χτυπώντας για φτερά τα χέρια μου μέσα στο ζόφος.
Αιωρούμαι.
Είχα πλέον συνηθίσει. Μας έβλεπα σαν δυο παιδιά, ελεύθερα να τρέχουνε μες στην παράδεισο της λύπης. Καταλαβαινόμασταν.
Όλο συγκίνηση δουλεύαμε μαζί. Αλλά, μετά από χάδια ούρια όπως το ρίγος
Έλεγε πως παράξενα θα μου φαινόντουσαν όσα περνούσαμε, όταν θα έπαυε να είναι κοντά μου.
Όταν δεν θα με φίλαγε στα μάτια. Όταν, δεν θα αποκοιμιόμουνα πάνω στα στήθη του. Γιατί θα έπρεπε να φύγει κάποτε. Για μακριά. Γιατί πολλοί είναι αυτοί που έχουν την ανάγκη του. « Και ας μην το θέλω, έλεγε, θα πρέπει…».
Σαν έφευγε, πάντα σαν φεύγουνε οι δαίμονες, νιώθεις σαν θήραμα μαινόμενου ιλίγγου.
Νιώθεις να χάνεσαι στην σκοτομήνη, της πιο αβάσταχτης μελαγχολίας.
Είχε ορκιστεί πόσες φορές, ότι αιώνια θα με αγαπούσε. Μα ήταν υποσχέσεις επιπόλαιες.
Ε, τώρα, οι όρκοι ενός δαίμονα… Τι να πιστέψεις;
Ποτέ μου δεν τον ζήλεψα. Δεν θα με εγκαταλείψει, πιστεύω. Τι θ' απογίνει; Συνείδηση δεν έχει.
Να δουλέψει αποκλείεται. Θέλει να ζήσει ως υπνοβάτης. Μα τι πιστεύει; Πως αποκτά κανείς στον κόσμο δικαιώματα γιατί έχει να επιδείξει, τι; Φιλευσπλαχνία; Στιγμές, ξεχνώ την αθλιότητα μου. Σκέφτομαι πως εκείνος θα με κάνει δυνατή. Πως θα ταξιδέψουμε μαζί δίχως βιασύνη. Ότι θα κοιμηθούμε αγκαλιά, σε πεζοδρόμους τόπων άγνωστων. Ή πάλι,
φαντάζομαι να ξυπνήσω και να δω τους νόμους άλλους. Και το δίκαιο άλλο των ανθρώπων.
Όλα να ‘χαν αλλάξει χάριν στη μαγική του δύναμη. Αλλά εγώ, κι ο,τι ζητούσα μες στον κόσμο, θα ‘μενε ίδιο. Να είχα απλώς, πιο εύκολα ο,τι αγαπούσα... Τίποτ' άλλο. Να είχα μια ζωή με περιπέτειες όμοιες μ' εκείνες που αφήνουν ήσυχα ν' αποκοιμιούνται τα παιδιά.
Θα μου το κάνει το χατίρι άραγε; Θα ήταν μια ανταμοιβή σε ο,τι υπέφερα. Κι όμως, δεν μπορεί. Στο βάθος, αγνοώ το ιδανικό του. Μου έχει πει, πως κάτι νοσταλγεί. Πως κάτι ελπίζει. Λέει βέβαια, πως αυτό, δεν πρέπει να με αφορά. Να μιλά και με τον Θεό;
( Λες να ξαναστραφώ προς τον Θεό; )
Να ταξιδεύουνε και από το πουθενά οι προσευχές μας;
Αν θα μου εξηγούσε τι τον θλίβει, θα το καταλάβαινα. Τουλάχιστον, περισσότερο από τις πλάκες του…
Μου επιτίθεται και περνάει ώρες ολόκληρες αποζητώντας να με κάνει να ντραπώ για κάθε τι που αγάπησα απ' τα επίγεια και όταν κλαίω, αγανακτεί.
Έπειτα μου έλεγε: « Βλέπεις αυτόν τον κομψό νεαρό που μπαίνει σ' εκείνη την ήσυχη κατοικία; Λέγεται Αρμάνδος, ονομάζεται Μαυρίκιος ή, δεν ξέρω πώς. Κάποια γυναίκα ορκίστηκε να αγαπά αυτό το ζώο. Αυτή πέθανε. Πάει. Θα την έχουνε σίγουρα κατατάξει, ανάμεσα στους αγίους της παράδεισου. Έτσι θα με πεθάνεις και εμένα. Είναι γραπτό φαίνεται. Για κάθε καρδούλα ευσπλαχνική σαν τη καρδιά μου.».
Αλίμονο! Πού να τον δείτε πώς γελούσε, με τρόπο απαξιωτικό, όταν αναφερότανε σε ανθρώπους που ζητούσαν επανάσταση! Τους θεωρούσε περίγελο! Κι ύστερα, αποκτούσε και πάλι τους τρόπους μιας μικρομάνας, μιας αδελφής αγαπημένης. Αν ήτανε λιγότερο άγριος, θα τη γλιτώναμε. Αλλά, η γλυκύτητα του… θανάσιμη!(και εδώ που τα λέμε, έτσι με κάνει δική του. Τρελή για εκείνον!)
Μπορεί κάποια ημέρα, να εξαφανιστεί ο νυμφίος μου θαυματουργικά… αν είναι, πρέπει να το ξέρω. Μην χάσω την ανάληψη του μικρού μου φίλου.
Καταλαβαίνετε…
Αλλόκοτο ζευγάρι!






ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Και τώρα, εγώ! Διήγηση μιας τρέλας μου.
Από καιρό καυχιόμουν πως, δεν ήτανε μήτ' ένας πίνακας που να μην γνώριζα.
Kαι εύρισκα για γέλια κάθε διασημότητα, είτε του χώρου της ζωγραφικής είτε της σύγχρονης μου ποίησης.
Αγαπούσα τις πιο ανόητες ζωγραφιές. Τα διάκοσμα, τις ζωγραφισμένες οροφές , τις επιγραφές,
την ντεμοντέ λογοτεχνία, τα καθαρευουσιάνικα της εκκλησίας. Τα παλιά ρομάντζα. Τα μελό love story τ' ανορθόγραφα. Τραγουδάκια παιδικά, σκοπούς βλακώδεις, όπερες μπαρόκ και τα τοιαύτα.
Ονειρευόμουνα σταυροφορίες, ταξίδια μαγγελάνικα και απολίτιστες ακόμα πολιτείες. Θρησκευτικούς πολέμους που ‘σβησαν με δίχως νικητές, επαναστάσεις ριζοσπαστικές, μεταναστεύσεις...
Πίστεψα σε κάθε τι που θα μπορούσε το ακατόρθωτο!


Ανακάλυψα τα χρώματα των φωνηέντων!

Το άλφα είναι ολόμαυρο, το έψιλον, λευκό, το ιώτα, είναι κόκκινο τ' 0μικρον γαλανό.
Στο ύψιλον, αναπολώ…το πράσινο.

Πρόδωσα σύμφωνα
Όπου κι αν ήτανε, σε κάθε τόπο κι όποια εποχή
Ξεσκεπαστήκανε!

Και τον παλμό του ενστίκτου μου αρθρώνοντας
Μια νέα ποίηση ανακάλυπτα
Με λόγο προσιτό σε κάθε αίσθηση.

Μετέφρασα τον κόσμο!

(Τα δικαιώματα της μεταφράσεως, δικά μου.).


Ήτανε στην αρχή κάτι σαν άσκηση…
Έφτιαχνα αγάλματα από ίλιγγο και ζάλη.

Κατέγραφα σιωπές.
Κατέγραφα νύχτα.
Κι έβλεπα να μου περισσεύει, πάντα,
κάτι που ξέμενε ανέκφραστο.

Πέρα απ τα γνώριμα πουλιά
και τις κοιλάδες
τι να με ξεδιψούσε ανάμεσα στους θάμνους,
Τότε, που χόρευαν μες στους σκοπούς του ανέμου οι ιτιές;
Που η μέρα έφευγε να ξαποστάσει
και καληνύχτιζε όποιον τη δόξασε.

Μακριά από τη γέννηση μου, στη σιωπή των κλαδιών
στους σκεπασμένους ουρανούς.

Ήπια χρυσάφι μήπως και ιδρώνω.
Τα ποτάμια τότε γεννιόνταν.



Εγώ, ο ύποπτος κι ο ποθητός
Σαν το πορνείο.

Κάτι, τρόμαζε τον ουρανό.
Εκείνος τρέχοντας,
ξεχνούσε πίσω του την καταιγίδα.

Τα νερά
κυλώντας απ τα δάση,
Σβήναν στις αμμουδιές.
Πέρα,
Η θάλασσα. Το μυστικό των δένδρων.

Έστειλε τους ανέμους. Ο Θεός.
Στείλαν χαλάζι. Οι άνεμοι.
Χτυπήματα του πάγου στα λασπόνερα.
Αποκάλυψη.

Το χρυσάφι, γλίστραγε απ τα χείλη μου.
Δάκρυ.


Κάθε γιορτή, ανάμνηση.
Έγινε ύπνος ο έρωτας.
Και τώρα φεύγει.
Τέσσερις τα χαράματα και καλοκαίρι.

Κάποιοι θα πόθησαν να ταξιδέψουνε.
Και μες στα ξημερώματα, οι ναυπηγοί,
Ανθίζουν πλοία.

Εκείνοι που έμειναν,
Βαλθήκανε και χτίζουν τύμβους.
Στους θόλους τους,
Θα ζωγραφίζουνε αέναα
ψεύτικους ουρανούς.





Ίσως ο έρωτας,
Άλλα βασίλεια,
ξεντύνοντας τα πέλαγα, να αναδύσει.
Και λεύτερα, οι ελεύθεροι να γίνουν δούλοι.

Οι σκλάβοι,
πρέπει να μεθύσουν για να δουν τη θάλασσα.






Η ποιητική παλιατζούρα, είχε την σημασία της στην αλχημεία μου.
Είχα συνηθίσει την απλή παραίσθηση:
Έβλεπα εμπρός μου ολοφάνερα, φουγάρα στα εργοτάξια, έβλεπα αγγέλους σε ορδές, με σάλπιγγες. Έβλεπα
αμαξηλάτες να ανεβαίνουν σύννεφα και πίσω τους να μένει χώμα ουρανού, έβλεπα αρχονταρίκια μες στα βάθη των λιμνών. Έβλεπα σημεία και τέρατα. Και τίτλους κάποιων κομεντί που προκαλούσαν τρόμο. Κατόπιν, προκαλούσα εγώ τις παραισθήσεις, με τις λέξεις μου, για να εφεύρω σοφιστείες και να τις αναλύω...


Είπα:
Ιερό, το αλλοπρόσαλλο του πνεύματος.
Και η ζωή μου, ήταν ο φθόνος της ευτυχίας του κτήνους.
Τα άλλα, κάμπιες( γιατί είναι σύμβολο της αθωότητας
Εκείνων που έφυγαν αβάπτιστοι.)
Τα υπόλοιπα, γνωστά... Οι τυφλοπόντικες, ενύπνια των παρθένων.

Πείσμωσα, αποχαιρέτησα. Σαν τραγουδώντας...:







ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΙΟ ΨΗΛΟΥ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ

Οι αιώνες, να σημάνουνε τον έρωτα.
Απέμεινα ταπείνωση. Η λύπη μου,
φτερούγισε στον ουρανό.

Η μοχθηρία της δίψας μου, με καταπίνει.
Μαύρες φλέβες.
Οι καιροί θα σημάνουνε τον έρωτα.

Ό κήπος, έγινε το θήραμα της λύπης.
Ωστόσο άνοιξη.
Και φτεροκόπημα της μύγας.


Έρωτας να ‘ναι.
Σε όλους που φτάνουνε μετά από εμένα.

...Έτσι τους χαιρετούσα.
Αγάπησα την έρημο. Και τους κήπους, που ξάνθαιναν τα καλοκαίρια.
Αγάπησα να πίνω μοναχός σε άδεια, παγωμένα μαγαζιά, ζεστά ποτά.
Ν' αργοβαδίζω περασιές που δυσώδεις αναρωτιόντουσαν που πήγαινα.
Με προσέφερα στον ήλιο- θεός της φωτιάς ο ήλιος-...
«Αν σου απομένει στρατηγέ,
κάποιο από τους παλιούς πολέμους όπλο,
ρίξε μας σβώλια και σμυρίγλια ξεραμένης γης.
Στα κοπροπώλεια κάθε αγοράς και στα σαλόνια!
Κάνε τα άστη να φάνε τη σκόνη σου.
Διέλυσε σπίτια και στραγγάλιξε
Με πυρωμένα δάχτυλα απ' τα ρουμπίνια του
τον πλούτο!



ΠΕΙΝΑ
Σπάραξα τους ανέμους.
Καταβρόχθισα το κάρβουνο. Το σίδηρο. Τον βράχο
Αν ζω, είναι της γης το θαύμα
και της πέτρας.

Δεν είναι έπαθλο ο κισσός.
Όχι τώρα. Όχι πια.
Μονάκριβη μου βουλιμία, όπου και να τον βρεις,
θα είναι ο θάνατος.

Θα ναι το ρύγχος των κατακλυσμών που θα σε τρέφει.
Και τα συντρίμμια των ναών.

Είσαι τα σύννεφα της ερήμου.
Η ομίχλη, ό,τι απέμεινε από ΄σένα.

Κρυμμένος,
Έφτυνε τα απομεινάρια των πουλιών.
Ο λύκος.
Σπαταλήθηκα σαν τον φονιά λοιπόν;

Τα κυκλάμινα,
Ξεδιψούν τις αράχνες.
Όλα τα άλλα, θερισμός.

Κύλησα
Θυσία στους βωμούς του Σολόμωντος.
Πότισα τη σκουριά.
Άνθισα κέδρους.


Ω ευτυχία!!!
Ξετύλιξα τους ουρανούς και
αγγίζοντας το μέσα- μέσα γαλανό
άστραψα κι έγινα το λάμπος, που ξαφνιασμένο χαμογέλασε σε ο,τι θωρούσε:



Βρέθηκε πάλι!
Ποια…;
Η αι ω ν ιό τη τα!
Είν' από φως χειμάρροι
κι από θάλασσα!




Άσε τις ‘μέρες να σβήνουνε
Ήταν φωτιές.
Στάχτη στη νύχτα ν' αφήνουνε
Και μοναξιά.
Πέτα και πίσω ας μείνουνε
Των κριτών οι φωνές.
Εσένανε αυτά δεν ταιριάζουνε
Τραγουδάς σιωπηλά.
Εσέ, δεν ταιριάζουν φωνές.
Πέτα και πάλι ψυχή μου
Θυμήσου αιώνια ό,τι είσαι.
Και Πέτα όπου θες.




Κατάντησα μελόδραμα μπαρόκ σκηνοθεσίας: είδα,
πως όλα τα όντα, λίγο πολύ, έχουνε πεπρωμένο να ζητούν την ευτυχία. Η δράση, δεν είναι ή ίδια η ζωή. Είναι ένα ξέδομα. Ένας τρόπος να σπαταλήσεις λίγο, κάποια ορμή σου.
Ηθική, είναι η αποχαύνωση της σκέψης.

Την ανυπαρξία, την μετρά κανείς, με ημέρες που δεν έζησε.
Ο κύριος αυτός, μάλλον δεν γνωρίζει τι κάνει. Άγγελος θα ‘ναι. Αυτή η οικογένεια, κρατά από σκυλόσογο. Και εμπρός από χιλιάδες κόσμο, φωνάζοντας τους μίλησα για άλλες ζωές τους . -
Έτσι, αγάπησα ένα γουρούνι. (Τρέχα γύρευε.)
Ό,τι είχα μάθει από την παραφροσύνη , το κρατούσα καλά. Δεν είχα ξεχάσει τίποτε. Κατέχω τις τεχνικές της. Ακόμα.
Η υγεία μου, τέθηκε σε κίνδυνο. Ο τρόμος ερχόταν. Έπεφτα και κοιμόμουνα για μέρες. Ξυπνούσα και ακόμη στέναζα σαν να συνέχιζαν τα όνειρα που με μελαγχολούσαν. Έτοιμος για το πέρασμα στην άλλη όχθη. Μέσα από χίλιους κίνδύνους, εξαντλημένος, έφτανα στις εσχατιές του κόσμου.
Εκεί που πρωτοκύλησε το σπέρμα της σκιάς και του τυφώνα.
Χρειάστηκε να ταξιδέψω και να πετάξω από τη σκέψη μου τα μάγια που της είχανε κάνει.
Αγάπησα το πέλαγος
και εξαγνίστηκα στην τρικυμία.
Ένας σταυρός, από μπλε και από θάλασσα, παρηγορούσε που ταξίδευα. Μιαν αστραπή, μ' όλα τα χρώματα που χει ο κόσμος, με πέταξε στην κόλαση. Μου ήταν αναπόφευκτη η ευτυχία. Και η τύψη, ψείρες αχώριστες από το σώμα. Η ζωή μου, θα ήταν πολύ μεγάλη για να την αφιέρωνα στη δύναμη και την ομορφιά.


Η ευτυχία! Το δάγκωμα της,
Γλυκό...
Έως θανάτου!


Οι εποχές και οι προμαχώνες
Ν' ακούσουν:
Καμιά ψυχή με δίχως λάθη. Και
Θείο γέννημα πως είναι η ευτυχία. Το γνωρίζω.
Με άλλο της όνομα, το Πεπρωμένο.
Γνωστή πια,
Πάντοτε τη χαιρετώ
Στα πρώτα τραγουδίσματα του πετεινού στη Γαλατία.

Στέρεψε η θέληση.
Βάσταξε στα χέρια της, τη ζωή μου.
Κι η ζωή,
τη γονάτισε.
Έμεινα η ρέμβη μου.
Που ‘βλεπα, τη σάρκα μου και την ψυχή
Γήτεμα ευτυχίας.
Οι φρουροί και τα χρόνια,
Να ακούσουν:
Ότι ο θάνατος,
Άλλο δεν είναι από την ευτυχία που δεν γύρεψες.

Ναι, ξέρω. Αυτά, πέρασαν.
Οι καιροί, και οι φύλακες,
Μάθετε από εμένα πως
έτσι
χαιρετούν την ομορφιά.


ΤΟ ΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟ

Τι υπερήφανος που ένιωθα σαν έλεγα πως, ούτε φίλους έχω, ούτε πατρίδα! Αδιάφορος μπροστά, ακόμη και στην αθλιότερη κατάσταση που μπορεί να ξεπέσει ένας άνθρωπος! Τι βλάκας! Όλα αυτά, είχανε ξεκινήσει απ' όταν ήμουνα παιδί και, μόνο τώρα καταλαβαίνω για τι σαχλαμάρες πρόκειται.
Είχα δίκαιο να απαξιώ για κάθε έναν απ' τους ευγενείς κυρίους που κολλούσανε ως παράσιτα στα σφιχτά κορμιά των δεσποινίδων μας! Έστω και για ένα χάδι. Αλλά και αυτές, μάλλον θα συμφωνούν μαζί τους τώρα πια…
Δραπετεύω…

Εξηγούμαι.
Εχθές ακόμη, αναστέναζα:
« Άστρα! Αρκετά δεν είναι τα μαρτύρια εδώ κάτω; Δεν φτάνουν τα χρόνια που έμεινα εδώ μες στις αγέλες τους; Τους γνωρίζω όλους πια! Το έλεος μας είναι άγνωστο. Είμαστε όμως ευγενικοί. Η σχέση μας με τον κόσμο, είναι απλώς συμφεροντολογική.» Περίεργο; Ο κόσμος, το εμπόριο, οι αφελείς! Εμείς, δεν είμαστε ατιμασμένοι! Είναι κόσμος και κόσμος εδώ κάτω και το ξέρεις Θεέ μου! Βλοσυροί και ευτυχισμένοι, και αυτοί που βαπτισθήκανε ελευθερωτές, δέχονται μόνον τη θρασυδειλία. Κι ο καθένας, θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό εμπνευσμένο, της ελευθερίας όλων των υπολοίπων.
Κι ούτε έναν καλό λόγο δεν λένε!
Με το που μου ‘ρθε μια σταγόνα λογικής( σπάνια βρέχει τέτοια πράγματα), κατάλαβα : όλη μου η συμφορά οφείλεται στ' ό,τι βρίσκομαι στη δύση! Τι κατάρα! Το έλος! Ο βούρκος της εσπερίας! Και δεν αναφέρομαι βέβαια, στις αποχρώσεις που παίρνει ο ουρανός όταν βυθά ο ήλιος. Το πνεύμα μου, μοιάζει ν' αποζητά να πάρει επάνω του την ευθύνη για την κατάντια του ανθρώπου μετά το τέλος της ανατολής.
Πάει γυρεύοντας…
Λογική, τέλος.
Το πνεύμα, γυρεύει τα δικά του. Το φίμωσα. Τέλος! Πρέπει να είμαι στη δύση και θα είμαι.
Έκανα πως δεν μ' έπιανε το φως, εκείνο από τα φωτοστέφανα που έχουν οι μάρτυρες. Και διαολόστελνα και την λάμψη της τέχνης, και το καμάρι του εφευρέτη και τη λύσσα των ληστών. Επέστρεφα στην ανατολή. Στην αρχέγονη, αιώνια σοφία.
Μοιάζει με όνειρο άξεστης ραθυμίας!
Και όμως εμένα, ούτε που πέρναγε από τον νου μου να δραπετεύσω από τα βάσανα της εποχής μου.


Μπασταρδέματα θρησκειών, δεν μου λένε τίποτε. Συνεπώς και το Κοράνι. Από όταν ο άνθρωπος, δόθηκε εξ' ολοκλήρου στην επιστήμη, πάει, προτιμά να εφευρίσκει σωρηδόν καινούριους τρόπους για να αποδεικνύει την αλήθεια, παρά να την πιστεύει. Συνεπώς, και εγώ, προσπαθώ να αποδείξω ότι υπάρχει κάποιο μαρτύριο που θα μπορούσα να περάσω. Αλλά δεν το περνώ. Ίσως, αυτό να είναι και το μαρτύριο μου. Από εδώ και εμπρός, δεν θα είναι διόλου απίθανο, ακόμη και να βαρεθούμε την φύση.


Ο κύριος Προυντόμ, γεννήθηκε μαζί με τον Χριστό.
Όλο το θάλπος , το φυλάμε για τη νύχτα. Μάλλον γι' αυτό συμβαίνει ο,τι συμβαίνει. Τρώμε τον πυρετό μαζί με τις σούπες μας.
Και δώσε μεθύσια και τσιγάρα. Και δώς του αμάθεια. Όλα αυτά, είναι τόσο μακριά από την πρώτη μας πατρίδα; Τόσα έχει η εποχή μας. Τι θέλει και βρίσκει τέτοια δηλητήρια;
Ο κλήρος, θα πει: «Καλώς. Αλλά εσείς, εννοείται την Εδέμ. Αυτή είναι η πατρίδα σας. Όχι κανένας λαός της ανατολή.» Έχουν δίκαιο οι παπάδες. Απλά, θέλησα να δω μήπως έχω καμία σχέση με κάποια φυλή αρχαία, καθαρόαιμη… Τι όνειρο, τι εμμονές και αυτές!
Οι φιλόσοφοι: « Ο κόσμος δεν έχει ηλικία. Η ανθρωπότητα, μετακινείται. Απλούστατα. Εσύ, βρίσκεσαι στην δύση. Να φτιάξεις μια ανατολή να κατοικήσεις. Ανατολή, όσο την θες αρχαία. Όσο χρειάζεται στα όνειρα σου. Μην είσαι απαισιόδοξος.»

Φιλόσοφοι…δύσατε!
Φυλάξου πνεύμα μου! Όχι βιαιότητα στην σωτηρία. Ασκήσου! Η επιστήμη, είναι πολύ αργή για εμάς.
- Αντιλαμβάνομαι ότι το πνεύμα μου, κοιμάται. Ενώ, αν έβλεπε, αν ήταν ξύπνιο και έβλεπε, αμέσως θα μπορούσαμε να φτάσουμε την αλήθεια που μας περιβάλει. Με τους αγγέλους που να δούμε δεν μπορούμε κι ας δακρύζουνε για εμάς. Αν ξαγρυπνούσε, δεν θ' αφηνόμουνα στα δηλητηριασμένα ένστικτα από τότε που πρωτογνώρισα τον εαυτό μου. Αν ξαγρυπνούσε, μόνο την σοφία θα ποθούσα.
Ω αγνότητα! Αγνότητα…
Τι μπορεί να σου αποκαλύψει μια στιγμή…

Με το πνεύμα, δεν φτάνεις παρά μόνον στο Θεό.
Σπαραχτική ατυχία!


Η ΑΣΤΡΑΠΗ

Η ανθρώπινη εργασία! Η έκρηξη που κάθε τόσο φεγγοβολάει λιγάκι κεραυνούς στον σκότο μου...
« Μάταιο, τίποτα. Στην επιστήμη και εμπρός! Τους παπάδες, τους αντικατέστησαν οι επιστήμονες.(Και να δεις που, όλοι θα γίνουνε παπάδες). Και όμως, τα ψοφίμια των χασομέρηδων και τα πτώματα των τεράτων, τα πληρώνουμε οι άλλοι! Πιο γρήγορα λοιπόν! Τι ζητάτε να ξεφύγετε από την δόξα που μας ανήκει; Να την, εκεί, στον ουρανό που απλώνεται πέρα απ' τις νύχτες…
Τι να κάνω λοιπόν! Τη δουλειά την γνωρίζω. Όσο για την επιστήμη… εκ του μακρόθεν! Είναι πολύ αργή για εμάς! Ας καλπάζουνε οι προσευχές, ας βρυχάται το Φως.
Το κατάλαβα πια... Θα τα καταφέρουνε και χωρίς εμένα
. Έχω βέβαια και εγώ το χρέος μου αλλά, καθώς με δίδαξε η πλειονότητα, θα πρέπει να το παραμελήσω. Τουλάχιστον αν θέλω να νιώσω υπερήφανος.
Η ζωή μου, ερειπώθηκε. Ας προσποιηθούμε. Ας χαυνωθούμε. Έλεος! Επιτέλους να ζήσουμε! Θα υπάρξουμε! Διασκεδάζοντας, κυνηγώντας δράκους έρωτες, καταγγέλλοντας με παράπονο την επιφανειακότητα του κόσμου. Και θα αναζητούμε ως τα πέρατα, άλλους τόπους, δίχως καλλιτέχνες και παπάδες και ληστάρχους και επαίτες. Στο κρεββάτι του νοσοκομείου , μου ξανάρθε η μυρωδιά του λιβανιού. Κι είχα τριγύρω μου, άλλους να κρατάνε μύρα εξαγνιστικά, άλλους να στέκουν περιμένοντας με υπαινισσόμενα πετραχήλια
Πιο πέρα, οι μάρτυρες, με καρτερούσαν. Απ, τα επέκεινα, ήδη έβλεπα να μου χαμογελά η άθλια ανατροφή μου. Καλώς. Τουλάχιστον όμως, να τα κλείσω τα είκοσι. Και άλλοι τα κλείνουνε.


Όχι, όχι, κάτω ο θάνατος! Ακόμη και η εργασία, δεν θα μ' ενοχλούσε αν έτσι θα προστάτευα τον εγωισμό μου. Και το αντίτιμο για την προδοσία του κόσμου, θα ήταν ελάχιστο. Τι να με φοβίσει μια τέτοια στιγμή;
Όμως έτσι, Ψυχή μου, την αιωνιότητα, δεν θα τη δικαιούμασταν.



ΠΡΩΙΝΟ


Κάπου κρατά από την γενιά της αλήθειας και ο μύθος. Τουλάχιστον, εάν το όνειρο κοντοστέκει, έστω και για λίγο, από όλους. Μήπως εγώ δεν ονειρεύτηκα; Και λοιπόν;
Χάθηκαν όλα. Λες και όφειλα να ξεπληρώσω εγκλήματα. Καλώς. Αλλά ποια ;
Πείτε μου λοιπόν! Μιλήστε εσείς που το πιστεύετε πως και τα τέρατα δακρύζουν.
Σεις, που φωνάζετε πως, δεν ελπίζουνε οι ετοιμοθάνατοι. Εμπρός λοιπόν! Ξεπεσμός ,ναι. Αλλά γιατί!
Παύω να μιλώ. Δεν ξέρω πια να μιλώ. Και από δειλία, δεν πρόκειται να πιστέψω σε τίποτα.
Οι παρακλήσεις, ας μείνουνε στους ζητιάνους.
Εδώ, ό,τι ήτανε να πω για την κόλαση,
Τελειώνει.
Και ήτανε κόλαση!
Ίδια εκείνη που οι πύλες της ανοίχτηκαν
Απ΄ τον Υιό Του Ανθρώπου.
Ό τόπος είναι ίδια έρημος με τότε. Και τ' αστέρι, το άστρο της φάτνης. Τα μάτια μου κλείνουνε. Μάλλον αδιαφορώ και για τους βασιλείς της ζωής και τους μάγους και την καρδιά, την ψυχή και το πνεύμα.
Μα, πότε θα πάμε πέρα από τα βουνά, πίσω απ' τα κύματα, να χαιρετίσουμε τον νέο σκοπό μας, τη νέα σοφία, την κατάργηση των δαιμόνων, την πτώση των τυράννων, το τέλος της δεισιδαιμονίας; Πρώτοι!
Πρώτοι που καταλάβαμε, τι μπορούν να σημαίνουν τα Χριστούγεννα…
Το άσμα των ουρανών, ο δρόμος των λαών.
Δούλοι, ας πάψουμε τη βλασφημία.


ΑΝΤΙΟ

Φθινόπωρο.
Σκέφτομαι, πάντοτε όταν έχει τέτοιο καιρό, πώς δεν κατάλαβα ποτέ τι φέρνει μέσα μου τον νόστο του καλοκαιριού. Αναρωτιέμαι δηλαδή, προς τι να θέλουμε, το φως του ήλιου ενώ,
γυρεύουμε διαύγεια Θεού.
Ας αφήσουμε τον ήλιο, μαζί μ' αυτούς που τα ψωφήμια τους,
του χρόνου φράζουνε τα καλντερίμια
Το φθινόπωρο, και πιο ψηλά,
ένα καράβι , μαθημένο στους αιθέρες ,
ταξιδεύει. Σχίζοντας νεφελώματα.
Πιο πέρα, το λιμάνι. Με την λύπη να σου γνέφει από την προκυμαία. Φιλόξενος η λύπη,
Σε ξεναγεί σε πολιτείες πυρφόρων ουρανών της λάσπης.
Αχ, τα σάπια κουρέλια τα ριγμένα στους δρόμους, κομμάτια από ψωμί, που λιώναν στη βροχή, οι κραιπάλες, οι χίλιοι έρωτες που με οδήγησαν ως τον σταυρό. Και αυτός ο βρικόλακας, βασιλιάς των ψυχών που περιμένουνε την Άλλη Παρουσία.
Σαν να ήταν' χθές με θυμάμαι. Με την σάρκα, κόκκινη από την πανώλη και την λάσπη. Με σκουλήκια να έρπουν στα μαλλιά μου και, να φωλιάζουν στις μασχάλες μου. Τα άλλα, τα σκουλήκια της καρδιάς, λαμπρότερα φριχτά. Εγώ, ένα σώμα ριγμένο να σαπίζει ανάμεσα σε γνώριμους νεκρούς. Ριγμένο να σαπίζει, μα εννοούσε. Δίχως αίσθημα. Χωρίς χρόνο.
Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκεί. Ούτε που να το σκέφτομαι!
Το φριχτό κάλεσμα! Το τέλος.
Τι βδέλυγμα! η κακομοιριά!
Τους φοβάμαι τους χειμώνες.
Ζητούνε πολλά.
Πρωτίστως θάλπος.
Κάποτε, βλέπω στον ουρανό κάτι ακρογιάλια, θάλασσας με δίχως τελειωμό. Και στις ακτές, πάνω στη θίνα, χορούς από έθνη λευκά.
Επάνω μου, βάρκα που λαμπυρίζει στον ήλιο
Με τις σημαίες του, πολύχρωμες, να πλαταγίζουνε στην αύρα του πρωινού.
Έφτιαξα όλες τις γιορτές. Σας έδωσα όλους τους θριάμβους και κάθε τραγωδία.
Έψαξα να βρω καινούριους ανθούς, γλώσσες άλλες και μιαν άλλη σάρκα.
Πίστεψα πως μου είχανε δοθεί υπεράνθρωπες δυνάμεις.
Ας προσγειωθώ καλύτερα. Και εγώ και η φαντασία μου και οι αναμνήσεις μου.

Ας την ξεχάσω την δόξα του καλλιτέχνη.
Εγώ, που με ονόμασα μάγο ή άγγελο, απαλλαγμένο από την ηθική, να ‘μαι, επιστρέφω στα υπόγεια της γης. Αναζητώ ένα χρέος. Κάτι να κάνω μόνον εγώ. Αν όχι, τι; Να αγκαλιάσω ποια; Την πραγματικότητα;
Να της φιλήσω τη ρυτιδωμένη μούρη;
Τι αγροίκος! Ε;
Έκανα λάθος.
Το σαφές και η διαύγεια, είναι αδέλφια του θανάτου μου.
Στο τέλος, θα ζητήσω και συγνώμη, γιατί με θρέψανε με ψέμα.
Πάει. Ούτε ένα χέρι φιλικό! Και εσύ μιλάς για βοήθεια…

‘Ο,τι έπεται,
Στυγερό.

Μπορώ να πω, ότι η νίκη μου αναγνωρίστηκε : ο τριγμός των δοντιών, το λίκνισμα των φλογών, οι οιμωγές, σιγοπαύουν. Οι αισχρές αναμνήσεις μου σβήνουν. Μήτε ζηλεύω τους επαίτες, πάνε και οι φίλοι του θανάτου, μήτε οπισθοδρομικοί-που, αλίμονο τους αν θα έπαιρνα εκδίκηση-.

...Πρέπει είμαστε της μόδας. Πάση θυσία.
Ενώ εγώ, σας έφτιαξα γιορτές...σας έδωσα θριάμβους...

Οι ύμνοι, τέλος. Η νύχτα σκληρή. Ωστόσο πρέπει να κρατήσεις ό,τι κέρδισες.
Το ξεραμένο αίμα, καίγεται μπρος μου κι οι καπνοί του χύνονται στα μάτια μου.
Πίσω μου το κενό. Μονάχα, κάτι βάτοι απαίσιοι.
Ο πνευματικός αγώνας, είναι όμοια κτηνώδης, με την μάχη δυο ανθρώπων στήθος με στήθος. Αλλά,
Η δικαιοσύνη,
είναι ηδονή του Θεού. Και μόνο.
Εν τω μεταξύ, περιμένουμε. Ας δεχτούμε, το σφρίγος και το τρυφερό του κόσμου.
Και την αυγή, με θερμή υπομονή, ξεκινούμε για τις λαμπρές πολιτείες..


Τώρα, σκέφτομαι που σας ζητούσα βοήθεια... ενώ, η μοναξιά μου, είναι προτέρημα
Μπορώ να γελώ όσο θέλω με τις ψεύτικες αγάπες και να χλευάζω ,
όλους εκείνους που δοθήκανε σε νόθους έρωτες(και γνώρισα και την κόλαση των γυναικών εκεί επάνω...).
Τώρα, επιτρέψτε μου, νομίζω, πια μπορώ
Σαν ένα σώμα, με μια μόνη ψυχή, να κατοικήσω την αλήθεια.










Μτφ: X.Σ. Kρεμνιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου