Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Για την άγρια καρδιά του ανθρώπου δεν υπάρχει πατρίδα

"Υπέροχη ευχαρίστηση απλώνεται μέσα μας, όταν ο εσωτερικός μας κόσμος ενδυναμώνεται με το υλικό του, διακρίνει τον εαυτό του και αρμολογείται πιο πιστά και το πνεύμα μας γίνεται σιγά σιγά μάχιμο"
Οι ήρωες χάσανε τη δόξα τους, οι σοφοί τους μαθητές τους.
Μεγάλες πράξεις, αν δεν τις ακούει ένας ευγενικός λαός, δεν είναι παρά ένα γερό χτύπημα σε αναίσθητο μέτωπο. Και μεγάλα λόγια αν δεν αντηχούν σε μεγάλες καρδιές δεν είναι παρά νεκρά φύλλα που πέφτουν στη λάσπη..." "Το ξερό σάπιο δένδρο δεν πρέπει να στέκεται στη θέση του, κλέβει το φως και τον αέρα απ' τη νέα ζωή που ωριμάζει για τον καινούριο κόσμο." "'Όποιος δεν αμφιβάλει... δεν πείθεται." "Κοιτούσα ήσυχα και μοναχός μπροστά μου και δεν περιπλανιόταν στο παρελθόν και στο μέλλον το βλέμμα μου... Έδινα πιστά όπως η ηχώ... σε κάθε πράγμα το όνομά του." "Οι λύκοι φεύγουν όταν ανάψεις φωτιά" "Υποστήριζαν ότι πρέπει να ζούμε στη τωρινή εποχή..." "Αστειεύεται ο ένας, κορδώνεται ο άλλος και κάνει κηρύγματα..." "Άλλος παρίστανε τον φωτισμένο.." "Κουράστηκα πια να εξευτελίζομαι, να ψάχνω σταφύλια στη έρημο και λουλούδια στον πάγο..." "Θεϊκό πλάσμα είναι το παιδί, όσο δεν έχει βουτηχθεί στο χαμαιλεόντιο χρώμα του ανθρώπου.."

burnt norton


I.

Παρόν παρελθόν παρόντα ίσως στον μέλλοντα
Κι ο μέλλων να εμπεριέχεται στο παρελθόν
Αν όλοι οι χρόνοι είναι πάντοτε παρόντες
Όλος ο χρόνος είναι αιωνίως ανήλεος.
Ό,τι θα ήταν είναι μια αφαίρεση
Και παραμένει δυνατότητα εις τόν αιώνα
Σε έναν κόσμο μόνο που τόν σκέφτεσαι
Ό,τι θα ήταν, κι ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα τέλος, αιωνίως παρόν.

Ηχούν στη μνήμη βήματα που πέφτουνε
Κάτω σε έναν δρόμο που δεν πήραμε
Κι όλο προς μία πόρτα που δεν άνοιξε
Και βγάζει στις τριανταφυλλιές. Ηχούν τά λόγια μου
Και στο μυαλό σου με αυτόν τόν τρόπο.
Όμως προς τί
Να ανακάτευα τή σκόνη μες στην κούπα με ξερά ροδόφυλλα;
Δεν έχω ιδέα.
Κι άλλα πράγματα αντηχούν
Και κατοικούν στον κήπο. Λες να πάμε;

Άντε και γρήγορα, είπε τό πουλί
Και να τούς βρεις, πήγαινε να τούς βρεις,
Κρύβονται στη γωνία. Από τόν πρώτο φράχτη,
πίσω. Μέσα στον πρώτο μας τόν κόσμο. Λες να πάμε;
Ν` αφήσουμε τήν κίχλη να μάς ξεγελάσει
Μέσα στον πρώτο κόσμο που είχαμε,
Ήταν εκεί, αξιοπρεπείς κι αόρατοι,
Κινούνται μα δεν βιάζονται, πατάνε φύλλα πεθαμένα,
Στη φθινοπωρινή τή ζέστη, και στού αέρα τόν σπασμό,
Κι έτσι μιλούσε τό πουλί, σαν ν` απαντούσε στην
Ανάκουστη τή μουσική που κρύβονταν στους θάμνους
Και η αχτίνα τού ματιού αόρατη έψαχνε για τριαντάφυλλα,
γιατί έχουν όψη λουλουδιών άξια να τά κοιτάξεις.

Ήταν εκεί σαν να `ταν ξένοι, να τούς δέχεσαι, να δέχονται,
Κι εμείς κινούμαστε, κι αυτοί,
κανονικός σχηματισμός,
Όλοι διασχίζουμε τόν άδειο χώρο, προς τόν κύκλο
που μέσ` σε κύβο λες έχει τ` αγκάθια
Να ρίξουμε και μια ματιά στην ξεραμένη τή λακκούβα τού νερού.
Να `ναι στεγνή η νερολακκούβα,
Να `ναι στεγνό και τό τσιμέντο,
Να `χει και χρώμα κει στις άκρες,
Και να `ν` γεμάτη η λακκούβα
με τό νερό απ` τό φως τού ήλιου
Και οι λωτοί να ανεβαίνουν,
ήσυχα, ήσυχα πολύ,
Κι η επιφάνεια να γυαλίζει
απ` τού φωτός τά φυλλοκάρδια
Κι εκείνοι πίσω μας να στέκουν
Και να τούς βλέπω στο νερό.

Ύστερα ένα σύννεφο ήρθε,
Και η λακκούβα είχε αδειάσει.

Άντε, να φύγεις, είπε τό πουλί,
Τό δέντρο γέμισε παιδιά,
Που ξαναμμένα κρυφτό παίζουνε,
Κρύβουν τό γέλιο τους πολύ,
Άντε, φύγε, φύγε, είπε τό πουλί : οι ανθρώποι
δεν αντέχουν τήν αλήθεια για πολύ.

Μέλλον και παρελθόν και ό,τι θα `ταν
και ό,τι ήτανε στ` αλήθεια,
Τείνουν προς ένα τέλος μόνο
που είναι πανταχού παρόν.

(Μετάφραση Χάρις Σταθάτου: www.simiomatariotexnon.gr)

"Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΛΗΤΗ" (απόσπασμα)


Ξεπίτηδες βαδίζω αχτένιστος

με το κεφάλι μου σα λάμπα πετρελαίου στους ώμους∙

μ' αρέσει να φωτίζω τις ψυχές σας μέσα στα σκοτάδια

όπως γυμνό φθινόπωρο.

Μ' αρέσει όταν βλαστήμιες πέτρινες

Ρίχνουνε πάνω μου σαν το χαλάζι που ξερνάει η καταιγίδα,

μόνο που τότε πιο σφιχτά κρατάω στα χέρια μου

την ανάστατη τούφα των μαλλιών μου.

Πόσο όμορφο είναι τότε να θυμάμαι

το βραχνό τσίριγμα της τσίχλας στη μικρή χορταριασμένη λίμνη,

πως κάπου ζούνε η μάνα κι ο πατέρας

που για τους στίχους μου δε νοιάζονται καθόλου

μα που τους είμαι έτσι ακριβός όπως το σπλάχνο τους και το χωράφι

κι ίσως ν'αρχόντανε με το δικράνι τους να σας καρφώσουν

για κάθε σας βλαστήμια που μου σφεντονάτε.