Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μίλτος Σαχτούρης

από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

Η δύσκολη Κυριακή

Απ' το πρωί κοιτάζω προς τ' απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ' το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ' αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ' μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ' έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ' ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά



Ο σωτήρας
Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ' ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ' το βούρκο πάλι και τ' άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους


από τη συλλογή Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ
Η πληγωμένη Άνοιξη
Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ' όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ' ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ' ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της


Αστεροσκοπείο
Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί


Τα δώρα
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής


Ο βυθός
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ' στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι


Ορυχείο
Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι



Ο ουρανός
Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν' εύκολο πράμα ν' αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ' τα δέντρα
κοιτάτε τ' άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ' άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του


από τη συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ
Η σκηνή
Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά
Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ' όλες
τις πλευρές
δε θά 'ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα
Η δυστυχία απ' έξω
έγδερνε τις πόρτες


Η νοσταλγία γυρίζει
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει


από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ
Η πηγή
Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μιά πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι


από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ
Το μαρτύριο
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν' αδειάζει από μέσα μου να φεύγει


Το αεροπλάνο
Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί απ' το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό
Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
Ούτε όμως θα με ξεσκίζετε με τα σύρματά σας
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό




Ο τρελός λαγός
Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες
Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος
Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα


Συμπέρασμα
Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φο-
βισμένο
έβρεχε και πρησμένα όνειρα βογγούσαν οληνύχτα
το πρωί ο άνθρωπος πλύθηκε και ξυρίστηκε
όπως πάντα
και γύρω του χτυπούσαν τα σφυριά όπως πάντα
στο δρόμο καθώς έβγαινε απάντησε μιαν αγία
ντυμένη στα βυσσινιά
είχε πεθάνει πάνω στον τροχό πριν από
εκατοντάδες χρόνια
ο γαλατάς τον είδε και τον χαιρέτησε
έπειτα τον χαιρέτησε ο ταχυδρόμος
κι ύστερα τί ν' απόγινε αυτός ο άνθρωπος
τα ρούχα του κυκλοφόρησαν σ' εφημερίδες
το ένα του μάτι το κρατούσε κι έπαιζε
ένα μικρό κορίτσι
μαύρα αυτοκίνητα μεταφέραν τα κομμένα
μέλη του
και η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό


Ο στρατιώτης ποιητής
Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου
Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω


από τη συλλογή Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Τοπίο
— Ένα κορίτσι πνίγεται μέσα στο μαύρο
εγώ ανεβαίνω σ' έναν άσπρο ουρανό
Μέσα στον έρημο χιονιά
ένας παπάς κατάμαυρος μέσα στην παγωνιά
λίγα μαύρα πουλιά σ' ένα κλαδί
κι ένα μόνο λουλούδι
και μιά φωνή:
— Εγώ ανεβαίνω σ' έναν άσπρο ουρανό
μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι


Το πρωί και το βράδυ
Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ' το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ' αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος


από τη συλλογή ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ
Ο καθρέφτης
Στη Νόρα Αναγνωστάκη
Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
— Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει


Ο ποιητής
Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά 'χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί, από πάνω, θ' απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.



Το χρυσάφι
Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ' στο χρυσάφι
δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
άλογα
δε θά 'χουμε τίποτα ν' αθροίσουμε
δε θά 'χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε
κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ' απ' τη μαύρη τρύπα
του ήλιου
που θα καίει


από τη συλλογή ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ή Η ΌΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ
Κυριακή
Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ' τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ' ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι


Η φεγγαράδα
Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό


από τη συλλογή ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ
Το ποντίκι
Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα
κι ο άλλος ν' απαντάει για έναν ποντικό
Ο ένας να μιλάει για έναν Άγιο
κι ο άλλος ν' απαντάει για ένα σκύλο
και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα
είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό


Το κεφάλι του ποιητή
Έκοψα το κεφάλι μου
τό 'βαλα σ' ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή



Το πράσινο απόγεμα
Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ' το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα...
τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:
— Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω

Τα χελιδόνια μου
Δε σας γνωρίζω εφέτος
καημένα χελιδόνια μου
πετάτε άραγε όπως άλλοτε
ή μήπως σε ρόδες πάνω να κυλάτε
όμως το μάτι σας γιατί έτσι μεγάλωσε
τεράστιο
τεράστιο και πορφυρό
μονάχα ο ουρανός σάς έχει απομείνει
μα νά 'ναι για σας τώρα Ουρανός;


από τη συλλογή ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)
Τα Γράμματα
Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα



Σαν Πανηγύρι
*

Η Κυρα-Λένη όλη μέρα τραγουδάει
δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει

*

Κάθε βράδυ η μάννα μου
με ταΐζει χώμα
έγινα καθώς φαίνεται
πουλί ιστορικό

*

νεκρό πουλί ακονίζω τα μαχαίρια μου
η Ιστορία (βλέπετε) δεν κάνει διάκριση
νεκρός ή
ζωντανός.

*

Ευλογημένη Κυριακή
καταραμένη μέρα
που μ’ ένα χτύπημα
ο θεοκόπος
μ’ έσπασε στα δυό.



ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ
Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν



Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
DANTE GABRIEL ROSSETI
ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

– Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες – Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες – Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
– Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ



ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ
Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraülein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν



Η ΛΑΜΨΗ
– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.
– Όμως ¬– είπε ο πρώτος:
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πια χέρι του.


ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ
Μέσα στον τάφο μου
Περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα

λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!

– Μή, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!



ΑΣΑΗ
Όταν ανέβαινες στο βουνό
εσύ κατέβαινες στην πεδιάδα
να κυνηγάς ψυχές
να κυνηγήσεις άσπρες πεταλούδες
και τις περνάς σε ασημένια ψιλά σύρματα
γιατί ο ίδιος είσαι συ αυτός που ανεβαίνει
κι αυτός που κατεβαίνει
δεν είναι λοιπόν η πεταλούδα, πεταλούδα
η πεθαμένη δεν είναι πεθαμένη
ούτε ο τάφος, τάφος της
– Ασάη! σου εφώναξα λοιπόν
όπως σου έλεγα εγώ τις σκάλες κατεβαίνοντας
εγώ ο ίδιος τις σκάλες ανεβαίνοντας
και λίγο έλειψε να τσακιστούμε
εγώ τραβώντας για τον Ουρανό
εγώ πέφτοντας κατακόρυφα
φωνάζοντας κι οι δυό μαζί:

– Ασάη Εσμέ! Εσμέ Ασάη!


από τη συλλογή ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)
ΟΤΑΝ
Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από μακριά
η αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος και
μου φιλά τα χέρια.


Η ΑΓΙΑ
Χ.

Ήταν εκείνο το φθινόπωρο απόγεμα που
η Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματικότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τί ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,
τέσσερις μήνες, κι όταν πια με λύσανε ήτανε
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πια.


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ
Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
— Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
— Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό γέλιο του•
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.


Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιεί τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.


από τη συλλογή ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)
ΟΝΕΙΡΟ
Ένα μικρό σε μια κούνια έιναι πεθαμένο.
Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πά-
νω του και κλαίει με λυγμούς. Έπειτα σιγά σιγά το ση-
κώνει, το βάζει κάτω… το μικρό σαν παραζαλισμένο
αρχίζει να περπατάει.
— Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως περπατάει.


ΗΣΥΧΑΣΤΕ
Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο…» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανώ που
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθοταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
— Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
— Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
— Ησυχάστε
— Ησυχάστε
— Ησυχάστε


Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Ένας κρύος αγέρας φύσηξε μέσ’ απ’ τα πρόσωπα του Μεγά-
λου Καθρέφτη μου. Τα πήρε ύστερα ο ήλιος κι ησύχασαν
Είναι μέσα στον καθρέφτη, ζωντανοί μαζί και νεκροί: Εγώ
ο Κάφκα, μια μεταβυζαντινή αγία κι ο Ντύλαν Τόμας.
Ο Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, έβγαλε μια κραυγή κι έσκασε
με κρότο. Οι στίχοι του όμως μείναν ανέπαφοι, ωραίοι, μα-
ζί με τους δικούς μου αγκαλιάζονται. Ο Κάφκα έβγαλε μέσ’
απ’ τα μάτια του δυό ψάρια και δυό αναμμένα κάρβουνα.
Τα πέταξε κατ’ επάνου μας για να μας κάψει.
Η αγία όπως και άλλοτε είναι δεμένη πάνω στον τροχό που
γυρίζει. Τρέχουν τα αίματά της.
Στο τέλος τους παίρνει όλους ο διάβολος
και ησυχάζουν.


LYNNE
Θυμάστε τότε που έγραφα για τα δαιμονισμένα
πορτοκάλια;

στον Πόρο
βρέθηκε
η Lynne
ένα κορίτσι
από την γηραιά Αλβιόνα
όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ
βλέπω όνειρα φριχτά
στον Πόρο
μπαρ και μπαράκια
και τα κουμπαράκια.
Αν δεν βρει αλλού δουλειά
η Lynne
θα γυρίσει πίσω
στα ζώα και τα θηρία της
και την αγαπώ
Lynne, Lynne,
πώς έτσι αναποδογύρισε ο κόσμος
Πόρος, θερμοκρασία 43o
κάτι το πρωτοφανές!

και τότε καληνύχτα σας.


ΤΑ ΝΗΣΙΑ
Ο Έρωτας είναι ο θάνατος
καθώς περιμένω μέρες και μέρες
για να γυρίσεις
έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά
νησιά θανάτου καθώς περιμένω
τόσες ημέρες κι ώρες θανάτου
για να γυρίσεις
γιατί έρωτας είναι ο θάνατος
απ’ του θανάτου τα νησιά
να ξαναρθείς.


ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ά! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.


ΣΤΟ ΒΑΠΟΡΙ
Ο αδύνατος ευγενικός κύριος
με το βυσσινί πόδι
φαίνεται πολύ ευτυχισμένος
αντίθετα με το κοριτσάκι
που κλαίει διαρκώς
γιατί η μαμά του δεν του αγοράζει
το μικρό ανεμιστηράκι•
κι εγώ πελιδνός ποιητής
«πράσινος ήλιος
τα δέντρα καίνε»
κάποτε θα περπατήσω
επί των υδάτων
όπως ο Ιησούς Χριστός.
Όμως επί του παρόντος
είμαι πολύ κουρασμένος
και σας Χαιρετώ
πέρα-για-πέρα
όπως ο Καραγκιόζης.


από τη συλλογή ΕΚΤΟΤΕ (1996)

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη

Βάδιζα κατά μήκος της ακτής
μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό
τα κύματα γκρίζα κι ανατριχιαστικά
κύματα γκρίζα σκάζαν στην παραλία
μια δύναμη μ’ έσπρωχνε να κάνω στροφή
ν’ αρχίσω να περπατάω πάνω στα κύματα
μαύρες γάτες περπατούσαν πάνω στα γκρίζα
κύματα
και η ψυχή μου ήταν νεκρή.

Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα.
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.


ΙΟΥΛΙΟΣ 1999
– Έ, Μάρκο Πόλο
μου φώναξε τότε «ο Χριστός»
άδεια η Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα εμείς οι δύο
είχαμε μείνει
και τα σκυλιά.


Η ΜΗΤΕΡΑ
Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν
γεμάτοι ερείπια• μοναχά τοίχους πεσμένους και
πέτρες έβλεπες• κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.
Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.
Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,
με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα
συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.
Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…
Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.


ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ
Καημένε Νίκο
τί ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν να φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό
κοιτάζεις
την αθανασία σου.

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ
Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου
με τις λίρες
Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
— Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.


από τη συλλογή ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ
Κάθε χρόνο
κατά το μήνα Αύγουστο
εισβάλλει στο προαύλιο
του Μοναστηριού του Πόρου
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού
πετάει από πέτρα σε πέτρα
τα παιδιά προσπαθούν
να την πιάσουν
αλλά δεν το κατορθώνουν
είναι η Άγια-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου
πετάει από πέτρα σε πέτρα
μόνο για λίγες μέρες
κι ύστερα χάνεται
για να ξαναεμφανιστεί
πάλι τον άλλο Αύγουστο
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου…


Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ
Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας

Ο ΓΑΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ
Ο θλιβερός γάμος που δεν έγινε
αναποδογύρισαν τα βάζα
σπάσαν τα λουλούδια
τα στέφανα πήραν φωτιά
και τα πετροβολήσαν με κουφέτα.


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω
Πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους
τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν
και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.
Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,
και νά, ξαφνικά βρέθηκα
μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη
όρθιο.
Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και
καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη
πόρτα του σαλονιού, είδα το Χριστό,
μέσα σε λάμψη, με τα χέρια απλωμένα
στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.
Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,
έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.


ποιήματα που έστειλε η Ε.Ε. (και δεν είναι γνωστό από ποιά συλλογή είναι)
ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
(να) κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν.

Αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα-ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
(για) να τους στραβώσει.


Ο ΑΓΙΟΣ
Τρελά ποντίκια
ροκανίζουν το χλωμό μυαλό του
όλο λέει να πάρει ένα αυτοκίνητο
να πάει
στον τόπο που έζησε ο έρωτάς του
όμως πάντα στο ίδιο μέρος μένει
γιατί τρελά ποντίκια έχουν ροκανίσει
το χλωμό μυαλό του.


ΤΑ ΓΑΡΙΦΑΛΑ
Αυτά τα αιματώδη γαρίφαλα
που στολίζουν το γραφείο μου
μου θυμίζουν το αίμα που έβγαζα
στα νιάτα μου
όταν άλλοι πολεμούσαν
και άλλοι γλένταγαν
στην καταραμένη χώρα.


ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Ξάφνου μια ομάδα μαύρων σκύλων
όρμησε πάνω στη σκηνή.
- Αυτό δεν το 'χαμε προβλέψει, ούρλιαξε
πανικόβλητος ο θεατρίνος.


Η ΛΗΜΟΝΗΣΜΕΝΗ (6ο μέρος)
Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε
η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε


Ο σταθμός
Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει,
γεμίζει λάσπη τ' ονειρό μου
είναι ενα σκοτεινό τοπείο
και περιμένω ένα τραίνο.

Ο σταθμάρχης μαζεύει μαραγαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες
γιατί έχει πολύν καιρό νάρθη
τραίνο σ' ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ' ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά, τα γένεια σά νάμαι άρρωστος πολύ
κι όμως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά-σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι!


Ποιήματα (1945-1971)
Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακoλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς.


(με άγνωστο τίτλο)
«Tον έστησαν εκεί όπου φυσάει ο πιο άγριος άνεμος
τον έταξαν στις παγωνιές
του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο
και μια γραβάτα κόκκινη
έναν μαύρο ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει
μαύρα γυαλιά...» .


Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν' ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ' αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

Μακάρι να βρει πέννα και χαρτί εκεί που πάει.....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου