Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Béla Bartók - Mikrokosmos No.153

Κύματα- Γ. Απολλιναίρ

Δεσμά

Σκοινιά φτιαγμένα από κραυγές
Ήχοι των κουδουνιών μες στην Ευρώπη
Αιώνες απαγχονισμένοι

Σιδηροδρομικές γραμμές τα έθνη δένετε σφικτά
Δεν είμαστε παρά μονάχα δυο ή τρεις
Ελεύθεροι από δεσμά
Ας δώσουμε το χέρι

Άγρια βροχή χτενίζει τους καπνούς
Σκοινιά
Σκοινιά που έχουν υφανθεί
Υποθαλάσσια μεγάλα παλαμάρια
Πύργοι της Βαβυλώνος που σε γέφυρες έχουνε μεταμορφωθεί

Ποντίφηκες-Αράχνες
Όλοι οι ερωτευμένοι που μ' ένα μονάχα δεσμό έχουν δεθεί

Κι άλλοι δεσμοί ακόμη πιο σφικτοί
Άσπρες ακτίνες του φωτός
Cordes και Concorde
Γράφω μόνο και μόνο για να σας ξυπνήσω
Ω αισθήσεις αισθήσεις μου αγαπημένες
Εχθροί της μνήμης
Της επιθυμίας εχθροί

Εχθροί της λύπης
Εχθροί των δακρύων
Όσων ακόμη αγαπώ εχθροί

μτφ Β. Δαλακούρα

Ο Ιππότης κι ο Θάνατος (1513)- Νίκος Γκάτσος

Durer zum Gedachtnis

Καθώς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ' άλογο και το κοντάρι του Άι-Γιωργιού
να ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ' αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που
σε γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ' Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και με τ' Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει-
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας
Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ' ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ' άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού
Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου
Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς
Θα βάλω τώρα κοντά σου
Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.
Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ' αναποδογυρίσει τ' αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη
Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.
Μα εσύ θα μείνεις ακίνητος
Με του Ακρίτα τ΄άλογο και το κοντάρι του Άι- Γιωργιού
θα ταξιδεύεις στα χρόνια
Ένας ανήσυχος κυνηγός από τη γενιά των ηρώων
Μ' αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν' αντηχήσουν
Βαριά σφυριά της υπομονής
Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά
Αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.

Κινέζοι ποιητές

Σεν Χσουν- Τραγούδι του πιοτού
Μην τις χτυπάς τις αγριόχηνες που' ρθαν από το
νότο,
ας τες προς το βορρά να πάνε.
Κι αν τις χτυπάς, χτύπας τες δύο δύο,
να μην βρεθούνε χωρισμένες.



Τσ' ιου Τσινγκ- Μπρος στο κρασί
Χίλιες ουγγιές χρυσάφι θα' δινα για ένα καλό σπαθί
και θ' άλλαζα τη ζιμπελίνα μου ευχαρίστως με κρασί.
Μα πιο πολύ εκτιμάω το φλογερό μου αίμα,
που σαν χυθεί θα' χει τη δύναμη των γαλανών κυμάτων.




Πενγκ Τσι Τσ'ινγκ- Παραμονή Πρωτοχρονιάς
Κάθε πρωί όλα τριγύρο τα κοκόρια παραβγαίνουν
στο τραγούδι.
Μα σήμερα, ως το ξημέρωμα, παντού σιωπή.
Γιατί έβαψε το αίμα τους χίλια μαχαίρια,
σαν πίνανε μιλώντας για τον ερχομό της Άνοιξης.



Τσ' εν Σαν-Μιν- Χορτάρι
Μπορεί το χόρτο να μαραίνεται, μα οι ρίζες δεν
πεθαίνουν,
κι όταν η Άνοιξη έρχεται, παίρνει όλη πάλι τη ζωή
του.
Μονάχα η θλίψη, όσο μένουνε οι ρίζες της,
και δίχως να' ρθει η Άνοιξη, μονάχη της ξαναγεννιέται.


Χαν Γιου- Χιονισμένη άνοιξη
Η νέα χρονιά δεν έχει ακόμη ευωδιαστά λουλούδια,
όμως το δεύτερο φεγγάρι βλέπει ξαφνικά ν' απλώνουνε
τα χόρτα.
Το άσπρο χιόνι, πειραγμένο που τα χρώματα της Άνοιξης ήρθαν αργά,
επίτηδες τινάζεται μέσα στα δέντρα της αυλής, να
φτιάσει πέταλα πετούμενα.

μτφ Σ. Σκαρτσής

anouar brahem-le pas du chat noir



Μάθε -αν έχεις αληθινή καρδιά- πως οι υδατοδόχοι από τις σταλαγματιές των ματιών σου, στη λίμνη της απαντοχής, θα γίνουν μαντατοφόροι τραγουδιστές της χαράς... Ισομερίζοντας κάθε υλική διάταξη...

Walt Whitman

- Το τραγούδι του εαυτού μου- Αποσπάσματα
''Και δεν λέω την χελώνα ανάξια γιατί δεν είναι κάτι άλλο,
και η κίσσα στο δάσος ποτέ δεν διάβασε τις κλίμακες, και όμως τερετίζει μια
χαρά για μένα,
και η ματιά της κοκκινωπής φοράδας με κάνει να ντρέπομαι για τη μωρότητά μου.''



''Αποκαλύψου! Δεν είσαι ένοχος σε μένα, ούτε ξεπεσμένος ούτε απόβλητος,
βλέπω μέσα από το μάλλινο υφάδι και το βαμβακερό εάν είσαι ή όχι,
και είμαι ολόγυρα, ανένδοτος, άπληστος, άοκνος, και δεν υποχωρώ.''


''Η γη αγαθή και τα αστέρια αγαθά, και τα παρεπόμενά τους άπαντα αγαθά.''



''Ορμή και ορμή και ορμή,
διαρκώς η γεννητική ορμή του κόσμου.''



''Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη, είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της, θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός, τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.''


μτφ: Ζ. Νικολοπούλου

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Shostakovich "Tea for two"

Prospero's Books - Prospero's Magic

ΒΙΤΤΟΡΙΟ ΣΕΡΕΝΙ

Η ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Η μνήμη σου μέσα μου είναι μόνον
ένας ανάλαφρος θόρυβος από ποδήλατα
που ήσυχα πηγαίνουν εκεί όπου
το ύψος του απομεσήμερου κατηφορίζει
στο πιο φλογερό σούρουπο
ανάμεσα σε κιγκλιδώματα και σπίτια
και κατωφέρειες γεμάτες στεναγμούς
από παράθυρα ξανανοιγμένα στο καλοκαίρι.
Του εαυτού μου επιμένει μόνον
ένα μακρινό κλάμα από τρένα,
ψυχών που απομακρύνονται.
Κι εκεί πανάλαφρη πετάς,
χάνεσαι μες στο βράδυ.
μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας

ΛΩΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΜΕΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙΤΕ

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
δεν είναι πάντα
και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που
όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν
κάποιες ώρες
στο κάτω κάτω δεν πειράζει
αφού δεν είστε εσείς
Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν
λίγα ψόφια μυαλά
στις ψηλότερες θέσεις
ή μια δυο βόμβες
που και που
στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες
απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας
με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της
και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες
που η τρελή μας σάρκα
θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις
μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου

ΤΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΣ

ARS POETICA
Πρόσβλεψα πάντα σ’ ένα σχήμα πιο άνετο,
ελεύθερο από τις απαιτήσεις της ποίησης ή της πρόζας,
που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον δίχως να εκθέτει
τον ποιητή ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες.
Στην ίδια τη φύση της ποίησης υπάρχει κάτι το άπρεπο:
κάτι που προβάλλει και δεν γνωρίζαμε πως είχαμε εντός μας,
γι’ αυτό κλείνουμε τα μάτια, σαν να ‘χει ορμήσει μια τίγρης
εμπρός μας, στο φως μας, χτυπώντας την ουρά της.
Δίκαια, γι’ αυτό, λένε πως την ποίηση υπαγορεύει ένα δαιμόνιο
αν και είναι υπερβολή να ισχυρίζεται κανείς πως πρέπει να ‘ναι άγγελος.
Είναι δύσκολο να μαντέψουμε πούθε πηγάζει η περηφάνια των ποιητών,
αφού τόσο συχνά ντροπιάζονται από την αποκάλυψη της αδυναμίας τους.
Ποιος άνθρωπος στα λογικά του θέλει να είναι κατοικία δαιμόνων,
που φέρονται σαν να βρίσκονται σπίτι τους, μιλούν γλώσσες πολλές,
και ανικανοποίητοι που κλέβουν μονάχα τα χείλη ή το χέρι του,
προσπαθούν ν’ αλλάξουν και τη μοίρα του για τη δική τους βολή;
μετάφραση: Μαρλένα Γεωργιάδη

ΣΑΝΤΡΟ ΠΕΝΝΑ

ΑΡΚΕΙ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ
Αρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ήλιου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.
Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.
Το βράδυ, στη σκιά της μητρόπολης
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμη
κι η φωνή της καμπάνας.
μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ

Έβαλα το πηλίκιό μου στο κλουβί
και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι
Λοιπόν;
δε χαιρετάνε πια;
ρώτησε ο διοικητής
Όχι
δε χαιρετάνε πια
απάντησε το πουλί
Α, καλά
συγχωρείστε με νόμιζα πως χαιρετάνε
είπε ο διοικητής
Συγχωρεμένος κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος
είπε το πουλί.


Η ΣΑΥΡΑ

Η σαύρα της αγάπης
Πάλι το ‘σκασε
Αφήνοντας στα δάχτυλά μου
Την ουρά της
Όμως αυτήν κι εγώ
Ήθελα να κρατήσω.
μετάφραση: Τάσος Κόρφης

ΦΕNTΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Αν πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι ανοιχτό.
Το παιδί τρώει πορτοκάλια.
(Απ’ το μπαλκόνι μου το βλέπω)
Ο θεριστής θερίζει το σιτάρι.
(Απ’ το μπαλκόνι μου τον ακούω)
Αν πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι ανοιχτό.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΒΑΛΑΡΗ
Κόρδοβα.
Μακρινή και μόνη.
Άλογο μαύρο, φεγγάρι μεγάλο
κι ελιές στο δισάκι μου.
Αν και ξέρω τους δρόμους,
ποτέ δεν θα φτάσω στην Κόρδοβα.
Μέσ’ απ’ τον κάμπο, μέσ’ απ’ τον αέρα
άλογο μαύρο, φεγγάρι κόκκινο.
Ο θάνατος με κοιτάζει
απ’ τους πύργους της Κόρδοβα.
Αχ, τι δρόμος μακρύς!
Αχ, γενναίο άλογό μου!
Αχ, και με περιμένει ο θάνατος,
πριν φτάσω στην Κόρδοβα!
Κόρδοβα.
Μακρινή και μόνη.
μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος

ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
[....]
πέταξαν όλα τα πουλιά μέσα από τα κλαριά μου
οι άδειες φωλιές ξεραίνονται καθώς το δάκρυ
άκρη άκρη εκεί στο μάγουλο
έφυγε κι ο ζωγράφος τούτου εδώ του πίνακα που κατοικώ
έτσι καθώς η αράχνη
έτσι καθώς μια μεταμέλεια
Τι ζωγραφίζει τι να ζωγραφίζει Ίσως τη νεότητα
Και τις ευτυχισμένες χώρες τους ανθρώπους που
Φοβάμαι τόσο οι μέρες τους στις μέρες μου μη μοιάσουνε μια μέρα
Τι ζωγραφίζει εκείνος που στα πράγματα τα χρώματά τους τα καινούργια δίνει
Ίσως εσάς παιδιά ωραία παιδιά καθώς κι εμείς ση δυστυχία ταγμένα
Που αφήνετε μέσα από τα δάχτυλά σας να κυλά ο καιρός ης ηδονής
Πεισματικά πιστά στο ρόλο των προσώπων σας τον άψογο
Πώς χάνονται όλα μέσα μου όλα σβήνουν
Εκτός απ’ τη σκληρή ηδονή μετά πολύ
Που έχει φύγει
μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ

ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Του θανάτου
καπέλο
τρίχινο
η πάχνη
η αδελφή
μ’ ένα λυγμό
ευχαριστημένος

*

Η ασπρίλα της θάλασσας
και του φωτός η χλωμάδα
γλύφουν τα γυμνά σκόρπια κόκαλα
η απουσία
του θανάτου
χαμογελά.

*

Σιχάθηκα
τον αραχλιασμένο ετούτον ουρανό
τα μελίγγια μου
σωμένα απ’ την αδυναμία
φέγγουν
είμαι νεκρός
και τα κρίνα
αποπνέουν τα διηθημένα υγρά
οι λέξεις λείπουν
λείπω επιτέλους κι εγώ.
μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΩΔΙΕΣ
Άμετρα εκτάρια, άμετροι και οι βωμοί που πλέουν σε αυτά.
Κάπου στο βάθος, δεσπόζει ένα μοναχικό χωράφι,
που στο κέντρο του η θυμέλη καβουρδίζει τους αιώνες…
Κυκλικά κάθεται κόσμος που αλαλιάζει, χαζεύοντας
τους σφαγμούς μερικών απογόνων, τριών θεατρικών ποιητάδων..
Ο καυγάς φορτώνει τη σκηνή με σύννεφα από πούπουλα, περγαμηνές, λοφία και φτερά.
Κάθε που ο χορός αγωνίζεται να ρουφήξει μονομιάς
με Διθυραμβική αίγλη την παραπαίουσα τέχνη των κοκορομάχων,
ορμούν με δανεικά και μπαλωμένα κέρατα, από ένα σήριαλ,
γητειές ανθρωποφάγων αλεξιπτωτιστών.
Πότε η θυμέλη θα γίνει ηφαίστειο να μας κατασπαράξει ή να μας σώσει; Οι ανθρωπόμορφοι αλεξιπτωτιστές, μπαινοβγαίνουν σε στοές, κάνουν μάγια, ρουφούν όπιο και αργύρια.
Κινούνται σε χώρους που το σκοτάδι ερωτεύεται την αμάθεια και το χρόνο.
Το ερωτικό αυτό τρίγωνο, καταφέρνει όμως να κρύβει τα ίχνη κάθε υγιούς υπολείμματος. Ακόμα και τη μνήμη των τριών τραγικών…

ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ

Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
Στέκεται ορθή στα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της μπλέκονται μες στα δικά μου
Έχει το σχήμα των χεριών μου
Έχει το χρώμα των ματιών μου
Βυθίζεται μες στη σκιά μου
Σα μια πέτρα στον ουρανό
Έχει τα μάτια της πάντ’ ανοιχτά
Και δε μ’ αφήνει σ’ ύπνο να γείρω
Τα όνειρά της μέσα στο φως
Σβήνουν τον ήλιο
Με κάνουν να γελώ, να κλαίω και να γελώ
Και να μιλώ χωρίς να έχω τίποτα να πω.
μετάφραση: Ελένη Βακαλό

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

ΣΤΙΣ ΓΕΦΥΡΕΣ
Η σκουριά, το πληκτικό της σκούρο χρώμα. Το χαλασμένο νίκελ..
Είναι οι ίδιοι ξεφτισμένοι μεταλόξανθοι χρωματισμοί,
που αναστάτωναν το οξειδωμένο σου βλέμμα κάθε που προσπαθούσαν τα μάτια μου να ακουμπήσουν το κορμί σου...
Έπειτα, ακολουθούσε εκείνη η στριγκλιά από το τραίνο που περνούσε δαιμονισμένα κάτω από τις γέφυρες και τις ακάλυπτες διαβάσεις των πλαστικών μου ονείρων…
Τα όνειρα ανέκαθεν μεταμορφώνονταν σε εφιαλτικούς ωκεανούς,
όμως κατάφερναν να πνίξουν κάθε θέληση και κάθε προσπάθεια να σε φτάσω.
Ζήτα ότι θες. Θέλεις να ξαπλώσω στις γραμμές σου …να γίνεις αιώνιο σημάδι;

ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ

Μαλαισιανά τραγούδια


XVII
Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο
Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω
Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω
Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις
Πιες με
να με στερέψεις
Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς


XX
Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου
Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου
Κι σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα


XXV
Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές
Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές
Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές
μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς

ΠΙΕΡ ΖΑΝ ΖΟΥΒ

ΕΛΕΝΗ
Τι ωραία που είσαι τώρα που δεν υπάρχεις πια
Η τέφρα του θανάτου σ’ έγδυσε κι απ’ την ψυχή σου ακόμη
Τι ποθητή που είσαι απ’ τον καιρό που αφανιστήκαμε
Κύματα κύματα γεμίζουν την καρδιά της ερήμου
Την πιο πελιδνή από τις γυναίκες
Ωραία που είναι στις υδάτινες κορφές της γης αυτής
Του νεκρού απ’ την ασιτία τοπίου
Που ζώνει ολόγυρα την πολιτεία την πρωτινή
Ωραία που είναι μες στα χλοερά κι απρόσμενα πλατώματα
Στο γυμνό κι ανάστροφο κι ολέθριον οροπέδιο
Που είσαι τόσο πεθαμένη
Σκορπώντας ήλιους απ’ τ’ αχνάρια των ματιών σου
Και στους ίσκιους των μεγάλων ριζωμένων δέντρων
Στη φοβερή σου κόμη αυτήν που μ’ έριχνε σε παραμιλητό.
μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ
Είμ ‘ ένας φύλακας κοπαδιών.
Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου
κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις.
Σκέφτομαι με τα μάτια και τ’ αυτιά
και με τα χέρια και τα πόδια
και με τη μύτη και το στόμα.
Να σκέφτεσαι ένα λουλούδι σημαίνει να το βλέπεις και να το μυρίζεις.
Να τρως ένα φρούτο σημαίνει να γνωρίζεις την αίσθησή του.
Γι αυτό, σαν μια μέρα όλο ζέστη
νιώθω θλιμμένος που την απολαμβάνω τόσο
κι απλώνομαι παράμερα και πάνω στα χορτάρια
και κλείνω τα μάτια ολόζεστα,
νιώθω το κορμί μου ολάκερο να ‘χει αναποδογυρίσει στην πραγματικότητα,
ξέρω την αλήθεια κι είμ’ ευτυχισμένος.
μετάφραση: Φ. Δ. Δρακονταειδής

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

ΒΕΝΤΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΤΗΣ
Ω βεντάλια από λευκό μετάξι,
διάφανη σαν την παγωνιά πάνω σε φύλλα χλόης,
Κι εσένα ακόμα παραπέταξαν.

ΤΣ’ΑΪ ΤΣΙ’Χ
Πέταλα πέφτουν στην πηγή
πορτοκαλιά φύλλα από ρόδα,
Και η ώχρα τους κολλάει πάνω στην πέτρα.

Σ’ ΕΝΑ ΣΤΑΘΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ
Τ’ όραμα εκείνων των προσώπων μες στο πλήθος•
Πέταλα σε υγρό, σκούρο κλωνάρι.

ΤΟ ΚΑΛΟΝ
Και στα όνειρά μου ακόμα με απαρνήθηκες
Και μου ‘στειλες μονάχα τις θεραπαινίδες σου.
μετάφραση: Τάκης Μενδράκος

ΑΜΥ ΛΟΟΥΕΛ

(ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑ ΡΑΣΕΛ)
ΜΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ
Όταν ήρθες ήσουνα σαν το κόκκινο κρασί και το μέλι
Κι η γεύση σου φλόγιζε με τη γλύκα της το στόμα μου.
Τώρα είσαι σαν το πρωινό ψωμί,
Τραγανό κι ευχάριστο.
Χόρτασα πια τη γεύση σου• με δυσκολία σε δοκιμάζω•
Μ’ έχεις όμως θρέψει καλά.


ΟΠΑΛΙ
Είσαι ο πάγος κι η φωτιά
Τ’ άγγιγμά σου φλογίζει τα χέρια μου όπως το χιόνι...
Όταν είμαι κοντά σου
Η καρδιά μου γίνεται μια παγωμένη λιμνούλα
Που λάμπει από σκιρτήματα πυρσών.

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ

Ειν’ ένας δρόμος μακρύς και σιωπηλός.
Βαδίζω στο σκοτάδι και παραπατώ και πέφτω
και σηκώνομαι και με πόδια τυφλά πατώ πέτρες βουβές και ξερά φύλλα
και κάποιος πίσω μου κάνει το ίδιο:
αν σταματήσω, σταματάει
Αν τρέξω, τρέχει. Στρέφομαι κανείς.
Τα πάντα σκοτεινά και δίχως έξοδο
και στρίβω και ξαναστρίβω σε γωνιές που πάντα βγάζουνε στο δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, δε μ’ ακολουθεί
όπου εγώ ακολουθώ κάποιονε που παραπατά και που σηκώνεται και λέει βλέποντας- με: κανείς.


Το μαχαίρι

Πουλί από πάγο το μαχαίρι
ατόφιο πέφτει, κι' ο αέρας παγώνει
όπως παγώνει μιά κραυγή μες στην σιωπή,
στην άκρια μιάς τρίχας εξαγνίζεται
το αίμα που κρέμεται και η στιγμή
στα δύο ανοίγει μολυβένια...
Ακατοίκητος κόσμος και ψυχρός ουρανός
όπου ένας κομήτης σταχτής βουίζει κι' εκτρέπεται.

Λαγοκοίμισμα

Χαράζει. Το ρολόι τραγουδά.
Ο κόσμος σωπαίνει, αδειανός.
Υπνοβάτης σηκώνεσαι
και κοιτάζεις δεν ξέρω ποιούς ίσκιους
πίσω απ' τον ίσκιο σου τίποτα.
Απ' τη νύχτα βγαλμένη
είσαι ένα λευκό κλαδί.

Ρητορική

Τραγουδούν τα πουλιά τραγουδούν
και δεν ξέρουνε τι τραγουδάνε
το λαρύγγι τους είναι
η αντίληψη όλη.

Επιτάφιος για ένα ποιητή

Ηθελε να τραγουδά,
τραγουδώντας ξέχναγε
την πραγματική
όλο ψέματα ζωή του
και θυμόταν
την ζωή του από αλήθειες που διαψεύστηκαν.


Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
...Βαδίζω μέσα στις στοές των ήχων,
ρέω ανάμεσα στις παρουσίες που αντηχούν,
σαν τον τυφλό διασχίζω τις διαφάνειες,
ένας κατοπτρισμός μ’ εξαφανίζει, γεννιέμαι μέσα σ’ έναν άλλον,
ω δάσος με τους μαγεμένους κίονες,
κάτω απ’ τα τόξα του φωτός διεισδύω
σε διαδρόμους φθινοπώρου διάφανου,
πηγαίνω στο κορμί σου καθώς πάω με τον κόσμο,
η κοιλιά σου είν’ ένας τόπος ηλιόλουστος,
τα βυζιά σου δυο εκκλησιές όπου το αίμα
δοξολογεί τα παράλληλα μυστήριά του,
τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν όπως ο κισσός,
είσαι μια πόλη πολιορκημένη από τη θάλασσα,
ένα τείχος χωρισμένο από το φως
σε δυο μισά, χρώμα ροδάκινου,
ένας τόπος αλατιού, βράχων και πουλιών,
κάτω απ’ το νόμο της συσπειρωμένης μεσημβρίας,
ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό,
το κολιμπρί καίγεται σ’ αυτές τις φλόγες,
πάω στο μέτωπό σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου,
.............
μετάφραση: Γιώργος Μακρής

Rene Char

32.
Ένας άνθρωπος χωρίς ελάττωμα είναι ένα βουνό χωρίς χαράδρες.
Δεν μ' ενδιαφέρει.

32.
Un homme sans defauts est une montagne sans crevasses. Il ne m' interesse pas.

46.
Η πράξη είναι αγνή, ακόμα κι αν την επαναλάβεις.

46.
L'act est vierge, meme repete.

62.
Καμμιά διαθήκη δεν προηγήθηκε της κληρονομιάς μας.

62.
Notre heritage n'est precede d'aucum testament.

78.
Το σημαντικότερο σε ορισμένες καταστάσεις είναι να ελέγχεις έγκαιρα
την ευεξία σου.

78.
Ce qui importe le plus dans certaines situations c'est de maitriser
a temps l'euphorie.

81.
Η συγκατάθεση φωτίζει το πρόσωπο.
Η άρνηση του δίνει κάλλος.

81.
L'aquiescement eclaire le visage. Le refus
lui donne la beaute.

104.
Μόνο τα μάτια μπορούν ακόμα να βγάλουν κραυγή.

104.
Les yeux seuls sont encore capables de pousser un cri.

110.
Η αιωνιότητα δεν έχει απαραιτήτως μεγαλύτερη διάρκεια
από τη ζωή.

110.
L'eternite n'est guere plus longe que la vie.

165.
Ο καρπός είναι τυφλός. Το δέντρο είναι που βλέπει.

165.
Le fruit est aveugle. C'est l'arbre qui voit.

169.
Η διαύγεια είναι η πληγή η πιο κοντινή στον ήλιο.

169.
La lucidite est la blessure la plus rapprochee du soleil.

193.
Πρέπει άλλη μια φορά, να αγαπήσουμε πολύ τον εαυτό μας,
να αναπνεύσουμε πιο δυνατά από τα πνευμόνια του δήμιου.

193.
Il faut beaucoup nous aimer, cette fois encore, respirer plus
fort que le poumon du bourreau.

197.
Να επιζητείς το άλμα.
Όχι ό,τι ακολουθεί, το ξεφάντωμα.

197.
Etre du bond. N'etre pas du festin, son epilogue.

198.
Ας μπορούσε η ζωή να είναι μονάχα
αποκαρδιωτικός ύπνος.

198.
Si la vie pouvait n'etre que du sommeil desppointe.

224.
Άλλοτε, τη στιγμή που έπεφτα στο κρεββάτι,
με παρηγορούσε στη μέση του ύπνου
η ιδέα ενός προσωρινού θανάτου,
σήμερα αποκοιμιέμαι για να ζήσω
έστω κάποιες ώρες.

224.
Autrefois au moment de me mettre au lit,
l'idee d'une mort temporaire au sein du
sommeil me rasserenait, aujourd'hui je m'endors
pour vivre quelques heures.

227.
Ο άνθρωπος είναι ικανός να κάνει αυτό
που είναι ανίκανος να φανταστεί.
Ο νους του διασχίζει τους γαλαξίες
του παράλογου.

227.
L'homme est capable de faire ce qu'il est capable d'imaginer.
Sa tete sillone la galaxie de l'absurde.


μετάφραση: Κ. Τρακάκη, Σ. Γουνελάς

EΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Quantum-Έκτωρ Κακναβάτος
Από μια χειρονομία σου ένα ράκος προαιώνιο
έμεινε να καίεται πέρα από τη γνώση
δικό σου είναι αυτό που αναζητώ
που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα
μα εντός σαλεύει .


Κάθε βήμα προς τα εσένα
μου στοιχίζει την απογύμνωση
και την ατίμητη
συγκομιδή του φόβο μου εκποίησα
και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο
ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση .


Για το αν υπάρχουν ανάμεσα μας σύνορα
και τι δεν έδωσα
εσύλησα το περήφανο λοφείο του προπάτορα
την πανάρχαιη νομοθεσία του θεού
και την αισθητική μου την ταναγραία
μια μοναδική συλλογή χειροκροτήματα
όλα σε πρώτη βλάστηση
έδωσα και το πιο εμπιστευτικό μου σχέδιο
για τη δομή των κρυστάλλων
απόσταγμα χιλιετηρίδων
λάφυρα και λάφυρα
οι νίκες οι κοίτες οι προεκτάσεις
όλη τη γενιά της βαρύτητας .


Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δε σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω .


Άτιτλο- Έκτωρ Κακναβάτος
"Και βέβαια ναι... δε λέω!

Οι ομιχλώδεις εσοχές του αλαχίστου, ναι!

Και που μοιχεύεται ανευλαβώς

η Απολλώνεια συνάρτηση

Θες κι η ανεπίδοτη θηλύτητα του χρόνου;

Βεβαίως ναι!

Κι ο πόνος τοκετού της ανεμώνας

Ναι, όλα ετούτα ναι!

Ωραία που είναι!



Μα εκείνο το Χαρμίδειο

το ανοιχτό μπλουζάκι της

τι ολοκλήρωμα σαρωτικό

τι τανυστής, τι ρίγος!"


Φωνές- Έκτωρ Κακναβάτος
Από πάχνη κοριτσιού είναι το σύννεφο

και μη σκιαχτείς που ακούς φωνές

θα'ναι της ρώγας του σταφυλιού

που τη βατεύει ο ήλιος

Κι από το μπλάβο σύκο θα'ναι που

-λόγω ο τζίτζικας κι άι οι τρίλιες του-

λιγώθηκε και στάζει μέλι




Κι από της σαύρας θα'ναι τ'ανασήκωμα

στα μπροστινά της

λόγω που όρθιο πάνω σε ύφαλο το πέλαγο

απ'ανοιχτά κάνει σινιάλο στο λιοπύρι

Κι από το φιλιατρό κι από το άνεργο μαγκάνι θα'ναι

κι απ'το στεγνό σκοινί

που τρελαμένες για σταλιά νερό

γυροπετούν οι σφήκες

Κι από το σάλτο ρετσινιού που'δωσε μια και να

πήρε φωτιάν ο πεύκος




Κι όι όι από ηδύ χειλόφωνο ανάμεσα μηρών

κι από την κάψα κοριτσιού είναι

που κίνησε το σύννεφο και πάει σορόκο λεβάντε."


σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει- Έκτωρ Κακναβάτος
Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι ξέρα ο νους η ουλή βυθός

μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις

μεσ από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο.

Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις

χαράδρα η μνήμη, μάγμα απέραντο η οργή.

Κι αν το νόημα είναι του βυθού;

Η μελλούμενη πορεία αξία εσχάτη είναι

ή το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω;

Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι

δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου

που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο

σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει

ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής

με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες

όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη

κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ

για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα...


Φωνή μου ράτσα υψικάμινου-Έκτωρ Κακναβάτος
Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


Λέγοντας πέτρες-Έκτωρ Κακναβάτος
Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κι ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κι εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…

Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.
Τροχιά-Έκτωρ Κακναβάτος
Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.

Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.

Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.
Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο- Έκτωρ Κακναβάτος
Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο

Ο στόμφος εκούρασε• σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση•
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με του αστούς μακάρια πια
παρακμάζει• σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
– συγγνώμη• ποιος τάχα δεν πρέπει νʼ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις• λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θʼ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει νʼ ακούει τώρα;

Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θʼ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.
ΑΙΘΑΛΟΜΑΖΑ- Έκτωρ Κακναβάτος
Πέφτανε μπαμπάκια ματωμένα απ' το φεγγάρι

Μπηγμένες μπαντερίγιες στα μηλίγγια του ο τορέρο

ανέβαινε ψηλά με τα ποδήλατα του αγέρα



Λάμπες φθορίου κατέβαζε ο Ρίο Έμπρο

οι μπαταρίες σβήνανε στο sanyo

δεν σ’ άκουα πια

που τραβούσες ανατολικά με τις ομίχλες

Παρμενίωνα γεροπεισματάρη…



έτσι κάτω απ’ τις μαρκίζες

σάπιζεν ο αύγουστος.

ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΥΣΕΩΣ-Έκτωρ Κακναβάτος
Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά

σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει

ότι δεν του πάει η μεταφυσική

μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα

ίσα να κλείσει η εμπατή

να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω

να μη μαθαίνει

και μόνο σαν έρθει ο καιρός

απάνω να διαβαίνουν τα νερά

και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα

ν' ακούει να θυμάται.


ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ- Έκτωρ Κακναβάτος
Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα

κομμένο στα τέσσερα

μ' άλλους σακατεμένους κώδικες

λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο



έχω παιδιά να θρέψω

θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου

θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι

θέλουν τα ποντίκια μου τυρί

την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου

και βρέχει


ΑΥΛΙΔΑ - ΣΧΟΛΙΟ- Έκτωρ Κακναβάτος
Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως

σπουδαίας και τελείας...

Αριστοτέλης

Σου 'λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό

όπως η γόμωση οβίδας;

Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος

Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της

τον είπαν πετεινό

πού τη σφάξανε;



...κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι

βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα

το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε



στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες•

είπαν, η ψυχή της που έφευγε

Και τότες — χίλιοι ταύροι —

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

—Αχαιοί, στα πλοία...



Αν όχι τίποτ' άλλο

κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα

απ' τα καράβια

κι αν η Τροία

«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»

αν όλα πήγαν κατ' ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να είναι αλάθητος ο λόγος σου

να 'σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.



Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται

ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων.

AMIR OR

Πότισέ με,

διψάω. Πότισέ με και όχι με νερό. Πότισέ με
και όχι με καθαρή λογική. Πότισέ με και όχι με ένα όνομα.

Πότισέ με και όχι με κρασί. Πότισέ με και τίποτ' άλλο,
πότισέ με. Δεν θα το κάνει η ομορφιά, δεν θα το κάνει
ο έρωτας, δεν θα το κάνει ο Θεός -

ούτε κι αυτή η ζωή δεν θα το κάνει, ούτε καμμία ζωή. Πότισέ με,
διψάω.

NAZIM XIKMET

Είμαι μεσα στο φως που προχωρεί
Tα μάτια μου είναι πλημμυρισμένα από πόθους
Ειν' ωραίος ο κόσμος
Ειν' ωραίος ο κόσμος

Τα μάτια μου δεν κουράζονται να βλέπουνε τα δέντρα
Τα δεντρα τα τόσο γεμάτα από ελπίδα
Τα δέντρα τα τόσο πράσινα

Ενα μονοπατι ηλιόλουστο τραβάει μέσα απ' τις μουριές
Eίμαι στο παράθυρο του νοσοκομείου
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών
Κάπου πρέπει ν' ανθίζουν τα γαρούφαλλα
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών

Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος
Το να μην παραδίνεσαι αυτό είναι

………
Χόρεψε με να ανεβούμε στα μπαλκόνια της ψυχής
κοίταξέ με με το βλέμμα σου το βλέμμα της βροχής
Φίλησέ με η βραδιά σηκώνει λόγια φλογερά
χόρεψέ με ένα σώμα είναι αυτό δως του φτερά..

Thomas Stern Eliot

(από τα «Τέσσερα Κουαρτέτα»)

Στο ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου. Ούτε ύλη ούτε άυλο.
Ούτε από ούτε προς. στο ακίνητο σημείο, εκεί βρίσκεται ο χορός,
Όμως, ούτε στάση ούτε κίνηση, Και μην αποκαλέσετε παγίωση,
Τον τόπο όπου παρελθόν και μέλλον συναντώνται, Ούτε κίνηση από ούτε προς,
Ούτε άνοδος ούτε πτώση, Εκτός του σημείου, του ακίνητου σημείου,
Δε θα υπήρχε χορός, κι υπάρχει μόνο ο χορός.
Μπορώ μόνο να πω, ήμασταν εκεί, αλλά δεν μπορώ να πω που.
Και δεν μπορώ να πω πόσο καιρό, γιατί πρέπει να το τοποθετήσω μες στο χρόνο.
Η εσωτερική απελευθέρωση από την πρακτική επιθυμία,
Η λύτρωση απ' την πράξη κι απ' τον πόνο, η λύτρωση απ' τον εσωτερικό
Και τον εξωτερικό καταναγκασμό, ωστόσο κυκλωμένη
Από μια χάρη αίσθησης, ένα λευκό φως κινούμενο κι ακίνητο,
Erhebung χωρίς κίνηση, χωρίς συγκέντρωση
Χωρίς εξάλειψη, μαζί κι οι δυο, ένας καινούριος κόσμος
Κι ο παλαιός, γενόμενος σαφής, καταληπτός
Στην πλήρωση της μερικής του έκστασης,
Στη διάλυση της μερικής του φρίκης.
Και όμως τα δεσμά του παρελθόντος με το μέλλον
Διαπλεκώμενα μες την στην αδυναμία του κορμιού που αλλάζει,
Το ανθρώπινο γένος προστατεύουν από ουρανό και κόλαση
Που η σάρκα δεν μπορεί να αντέξει,
Ο παρελθών ο χρόνος κι μελλούμενος
Δεν επιτρέπουν παρά ελάχιστη συνειδητότητα,
Να συναισθάνεσαι δεν είναι να 'σαι μες στο χρόνο
Αλλά μόνο στο χρόνο υπάρχει η στιγμή μες στον ροδώνα,
Η στιγμή στην κληματαριά που τη χτυπά η βροχή,
Η στιγμή που κατεβαίνει ο καπνός στην εκκλησία με τα ρεύματα
Για να τις θυμηθούμε. πλεγμένος με το μέλλον και το παρελθόν.
Μόνο μέσω του χρόνου ο χρόνος κατακτάται.

Robert Lee Frost

Προς τη γη

Στα χείλια μ’ άγγιξε τόσο γλυκά
η αγάπη. Όσο ν’ αντέξω θα μπορούσα
Άλλοτε αυτό φαινόταν και πολύ
με τον αέρα τότε ζούσα.

Το κύμα γλύκας που με προσπερνούσε
ήτανε τάχα μόσκου μυρουδιά
που ανάδιναν τα κλήματα κρυμμένα
από σύθαμπο απ’ το λόφο χαμηλά;

Με τύλιξαν και με πόνεσαν
από το αγιόκλημα κλωνιά
που όταν τα κόβεις σου ραντίζουν
στους κόμπους των δαχτύλων τη δροσιά.

Τους δυνατούς τους γλυκασμούς είχα ποθήσει
Τέτοιοι, στη νιότη μου φαντάζαν μονάχα.
Όμως το πέταλο του ρόδου
μου ‘δωσε την κρυφή κεντιά.

Τώρα, χαρά που να της λείπει αλάτι,
δε γίνεται. Που να μην πάλαιψε πολύ
με πόνο, κούραση και λάθη.
Τώρα η κηλίδα μου ‘ναι ποθητή.

Από τα δάκρυα, το σημάδι
αγάπης τόσο πιο τρανής.
Το φλούδι του γαρύφαλλου που καίει
γλυκόπικρο στο στόμα όταν κρατείς.

Σημαδεμένο, μουδιασμένο
είναι το χέρι όταν το αποτραβώ
πάνω απ’ τα χόρτα, ή τα χαλίκια
όταν με δύναμη ακουμπώ.

Όμως δεν σώνει αυτός ο πόνος. Θέλω
βάρος και δύναμη πολλή.
Να νιώσω στην τραχιά της γλύκα
τη γη, σ’ όλο μου πάνω το κορμί.

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ἐπικίνδυνη Μοναξιά

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.

Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με».

καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.


Ἀναστολή

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)


Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...

(1955)


Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)


Τὸ Δάσος

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ὁ Ἀλλήθωρος»)


Ὁ Φωτογράφος

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.


ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα



Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992
ΙΘΑΚΗ

Δὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Σπασμένες μέσα μου εἰκόνες ἀνταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σὲ ξένες ἀγκαλιές,
ἀπελπισμένο κρέμασμα ἀπὸ λαγόνια ξένα.
Πέσιμο ἐκεῖ ποὺ μοναχὰ ἡ μοναξιὰ ὁδηγεῖ:
νὰ ὑποτάξω ἀκόμη καὶ τὸ πνεῦμα μου,
νὰ τὸ προσφέρω σὰν τὴν ἔσχατη ὑποταγή.

(1953)


ΒΡΟΧΟΣ

Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.


ΕΡΩΤΑΣ

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.


ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.


ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.


ΤΕΛΟΣ

Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.


ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

(1956)


Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)


ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Τὸ Κορμὶ καὶ τὸ Σαράκι

μπατιρημένο κουρεῖο
Σάββατο βράδυ
χωρὶς δουλειὰ
μπατιρημένο κορμὶ
Σάββατο βράδυ
χωρὶς ἔρωτα

τὸ φιλὶ
ἑνώνει πιὸ πολὺ
ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
οἱ πιὸ πολλοὶ

τὸ γατί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ χάδια
θέλει καὶ φαΐ
τὸ κορμί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ φαΐ
θέλει καὶ χάδια

ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
πειράζει νὰ ἑξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;

ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;

ἡ νύχτα εἶναι παγερὴ
καὶ μ᾿ ἔχεις στήσει
μὲ γέλασες
μὲ γέρασες

μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
τοῦ ἀλφαβήτου μας

κάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος

ἔλαιον θέλω καὶ οὐ θυσίαν
κι ἐμεῖς ποὺ θυσιαστήκαμε;
κι ἐμεῖς ποὺ δὲ λαδώσαμε;

ἔχτισα τὸν παράδεισό μου
μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς κόλασής σου

θυσίασα τὸν ὕπνο μου κυρία
γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ποιήματά σας
κι ἐκεῖνα μ᾿ ἀποκοίμησαν

Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία

τὰ πρόβατα ἀπήργησαν
ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες σφαγῆς

«ὅταν πεθάνω, νὰ μὲ θάψτε στὸ χωριό» –
θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους

ὡραῖα ἑρμηνεύεις τὰ τραγούδια
ἂς δοῦμε πῶς τὰ καταφέρνεις καὶ στὰ παρατράγουδα

καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε
ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος

μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
μαλώνει τὸ παιδάκι της
«δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
ἤτανε κιόλας κρεμασμένο

ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;
ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;

γιὰ τὸ πέτσινο σακάκι σου
ποὺ σὲ κάνει τόσο ὡραῖο
ἔχασε τὴ ζωή του ἕνα ζῷο
καὶ κοντεύω νὰ τὴ χάσω κι ἐγώ

ΑΤΤΙΛΑ ΓΙΟΖΕΦ

ΩΔΗ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Δεν είναι των οροσειρών η χαίτη –
Είναι το φέγγος του μετώπου σου
Που αντανακλούν όλα τα φύλλα.
Τον άνεμο βλέπω ν’ ανεμίζει
Το φόρεμά σου.
Και κάτω απ’ τα εύθραυστα φυλλώματα
Βλέπω την κόμη σου να γέρνει
Και ν’ αναβρύζουν τα γλυκά σου στήθη,
Κι όπως ο Ζίνβα ο ποταμός κυλά
Βλέπω ν’ αναπηδά
Πάνω σε βότσαλα λευκά και στρογγυλά
Στ’ άσπρα σου δόντια το φαντασμαγορικό χαμόγελό σου.

Ω, πόσο σ’ αγαπάω εσένα,
Εσένα πούχεις κάνει να μιλήσουνε
Μες στης καρδιάς τα πιο βαθιά κοιλώματα
Η δολοπλόκα μοναξιά, η πανούργα,
Μαζί-μαζί μ’ ολόκληρο το σύμπαν.
…………………………………………………………….
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς ένα παιδί τη μάνα του,
Καθώς οι σιωπηλές σπηλιές το ίδιο το βάθος τους.
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς τα φώτα οι αίθουσες,
Καθώς το σώμα την ανάπαυση και τη φωτιά η ψυχή.
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς επιθυμούν να ζήσουν οι θνητοί.
Ώς του θανάτου τους την ύστατη στιγμή.

Όπως η γη, ό,τι πέφτει πάνω της, έτσι κι εγώ φυλάω
Όλα σου τα χαμόγελα, τα λόγια, τις χειρονομίες.
Στο πνεύμα μου, καθώς τα οξέα στο μέταλλο,
Σ’ έχω χαράξει μ’ όλα τα ένστικτά μου,
Εσένα, θελκτική μορφή, πανέμορφη
Εκεί, που η ύπαρξή σου καθετί ουσιώδες συμπληρώνει.
……………………………………………………………

Ω, από ποιάν ύλη λοιπόν είμαι πλασμένος
Που όλο με διαπερνά το βλέμμα σου και με μεταμορφώνει;
Ποιό πνεύμα και ποιό φέγγος,
Ποιό θαύμα
Μες από του μηδενός την πάχνη μού επιτρέπουν
Τις πράες πλαγιές του γόνιμού σου σώματος να περιτρέχω;
Κι όπως ο Λόγος σ’ ένα πνεύμα ολάνοιχτο
Δύναμαι στο μυστήριό σου να καταβυθίζομαι!Το τραίνο με τραβάει. Σ’ ακολουθώ.
Ίσως και να σε φτάσω τώρα ακόμα,
Ίσως να σβήσω του μετώπου μου τον πυρετό,
Ίσως μου πει γλυκά τ’ ωραίο σου στόμα:

………………………………………………………………………
Καθώς αίματος θρόμβοι
Αυτά τα λόγια
Πέφτουν μπροστά σου.
Τραυλίζει η ύπαρξη,
Μιλούν καθάρια οι νόμοι μόνον
Όμως τα βιομηχανικά όργανά μου
Που από τη μια στην άλλη μέρα με ξαναγεννάνε,
Ετοιμάζονται τώρα να σιγήσουν.
Όμως τα πάντα, ώς τη στιγμήν εκείνη, θα καλούν εσένα,
Εσέ τη διαλεγμένη
Μες απ’ τα πλήθη δύο δισεκατομμυρίων –
Ω, εσύ μοναδική, ω εσύ
Λίκνο γλυκύ, τάφε πανίσχυρε, ζωντανή κλίνη,
Δέξου με εντός σου!
……………………………………………………………………

Άσμα επικουρικό
Δεν παίρνεις το λουτρό σου – το νερό είναι χλιαρό.
Πάρε και την πετσέτα σου, σκουπίσου.
Η πείνα σου ας πραΰνει, σούχω κρέας ψητό.
Κει που πλαγιάζω, η κλίνη είναι δική σου.

ΤΡΙΣΤΑΝ ΤΖΑΡΑ:

''Η κριτική λοιπόν είναι άχρηστη, δεν υπάρχει παρά υποκειμενικά για τον καθέναν και δίχως τον παραμικρό χαρακτήρα γενικότητας.Η προσπάθεια του Ιησού και της Βίβλου κρύβει κάτω από τις πλατιές και ευεργητικές φτερούγες της τα σκατά, τα κτήνη και τις μέρες. Πώς να θέλεο κανείς να βάλει σε τάξη το χάος που συνθέτει αυτή την άπειρη, άμορφη παραλλαγή, τον άνθρωπο?''

''Αναρωτιέται κανείς αν οι άνθρωποι κάνουν τέχνη για να βγάζουν χρήματα χαϊδεύοντας τους ευγενικούς μπουρζουάδες''

''Δεν υπάρχει καμιά τελική αλήθεια.''

Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι το να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή''.

''Η λογική είναι πάντα ψευδής.Κινεί τα νήματα τυποποιημένων εννοιών και λέξεων κατευθύνοντάς τες σε πλασματικά συμπεράσματα''.

''Η ηθική είναι η μετάγγιση σοκολάτας στις φλέβες των ανθρώπων''

''Το πιο βολικό και λιγότερο επικίνδυνο πράγμα είναι να κλέβεις τον εαυτό σου''

''Έτσι ,λοιπόν,η ζωή είναι φτηνή. Ο θάνατος είναι λίγο πιο ακριβός.Αλλά η ζωή είναι χαριτωμένη και ο θάνατος είναι επίσης χαριτωμένος''

''Ο ΤΡΙΣΤΑΝ ΤΖΑΡΑ ΣΑΣ ΛΕΕΙ:ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΠΟΛΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΤΙΜΑΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΕΝΑΣ ΗΛΙΘΙΟΣ, ΕΝΑΣ ΦΑΡΣΕΡ, ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.''

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Ο εχθρός του ποιητή [απόσπασμα]

Tο Ty Croas ήταν έρημο σαν ακατοίκητο. Mονάχα ένα μικρό κόκκινο αμπαζούρ φώτιζε στην κουζίνα. Aλλά ήξερα πού θα την βρω. Bράδυαζε κι ήταν η ώρα που η Bρετάννη τυλιγόταν την σημαία της το μαύρο και το λευκό. Άσπρη η θάλασσα κι άσπρος ουρανός μαύρη η γη κατάμαυρα τα δένδρα. Kαθόταν στο αγαπημένο της μέρος. Eκεί όπου τελειώνει το δάσος κι έβλεπε την άσπρη στενή θάλασσα. Σαν ένας ποταμός σαν Aχέροντας η θάλασσα προχωρούσε βαθειά στην στεριά ώς το Morlaix. Aρετή την φώναξα από πίσω όταν πλησίασα. Δεν γύρισε σαν να μην άκουσε. Ύστερα από ώρα γύρισε απότομα. Σηκώθηκε κι ήρθε κοντά μου. Tο όμορφο γλυκό της πρόσωπο είχε μείνει απείραχτο από τον χρόνο. Mε κοίταξε χωρίς να μιλά και τίποτε δεν έδειξε που ήμουν πεθαμένος. Aρετή! επανέλαβε μ' ένα αχνό γέλιο σαν μια μικρή πτυχή στην ολόισια φωνή της. Kανείς ποτέ δεν με φώναξε με τόνομά μου αυτό λέει και με τα απαλά της δάχτυλα έκρυψε την τρύπα του προσώπου μου. Kωνσταντάκη μου είπε για να με περιπαίξει αλλά ένας λυγμός σαν λόξυγγας την έκανε να σωπάσει. Γυρίσαμε στο πρεσβυτέριο και με κρατούσε επάνω της περπατούσε μ' έναν ανεπαίσθητο ρόγχο. Σαν ένας θρήνος από πολύ καιρό στον βυθό μπλεγμένος στα φύκια των πιο βαθιών κλαμάτων της. Tίποτε δεν είπε τίποτα δεν ερώτησε. Aμίλητη ετοιμάσθηκε και ξεκινήσαμε το ταξίδι του γυρισμού στην Eλλάδα. Tαξιδέψαμε με τραίνο. Mονάχα έτσι μπορούσαμε ν' απομονωθούμε σ' ένα κουπέ αποκλειστικά δικό μας. Aλλά η Kυβέλη σα να ήθελε να με επιδείξει. Eπίτηδες μ' έβγαζε στον διάδρομο με πήγαινε στο βαγκών-ρεστωράν. Mε μια υστερική προκλητικότητα με παράσερνε ανάμεσα στους επιβάτες κι απολάμβανε με εξημμένο ενθουσιασμό την φρίκη. Tον αποτροπιασμό που τάραζε τον κόσμο που μ' έβλεπε. Mε αδιάντροπο δυνατό γέλιο ξεκαρδιζόταν όταν οι άλλοι σκόρπιζαν και φεύγαν από κοντά μας. Όταν κάποιοι εστέκονταν και με παρατηρούσαν με βδελυγμία η Kυβέλη με υπερβολική σχεδόν ερωτική αγάπη. Σφιγγόταν επάνω μου έγερνε το κεφάλι της στον απογυμνωμένο ώμο μου χάιδευε τα ξερά ράκη της σάρκας που φαίνονταν ανάμεσα στα λυωμένα νεκρικά μου ρούχα. Kαι μοναχά όταν ήμασταν μόνοι κλεινόταν σ' ένα αδιαπέραστο και εχθρικό πένθος. Στο Παρίσι αλλάξαμε τραίνο για την Eλλάδα. Mέσα στην ατέλειωτη στοά του μετρό που προχωρούσαμε. Σ' ένα σταυροδρόμι της ήταν μια μικρή ορχήστρα κι έπαιζε μουσική. Ήταν τρεις νεαροί Oύγγροι ντυμένοι με επίσημα φράκα μεγάλης ορχήστρας. Mια κοπέλα έπαιζε βιολοντσέλο ντυμένη κι αυτή με φράκο. Aνάερη σαν νύμφη με μακρυά ίσια ξανθά μαλλιά. Aναγνώρισα το κομμάτι που έπαιζαν από το λιτό μοτίβο που επαναλαμβανόταν και τα μικρά διάκενα σιγής που όσο πήγαιναν εμάκραιναν ενώ λιγόστευε η μουσική. Ήταν H μοναξιά του Aρθούρου Pεμπώ. Mπροστά τους ένα μεταξωτό ημίψηλο ανάποδα κι εκεί έριχναν φράγκα οι περαστικοί. H Kυβέλη σταμάτησε κι αρπάζοντάς με από τον αγκώνα έκανε μια χορευτική φιγούρα γύρω μου. Ήταν ένα παιχνίδι που το παίζαμε εγώ κι αυτή όταν ήμασταν παιδιά και έφηβοι. Nα χορεύουμε στους δρόμους ανάμεσα στους ανθρώπους που σταματούσαν και γελούσαν. Mας χαίρονταν ή μας κορόιδευαν αλλά εμείς σοβαροί ώς το τέλος διασχίζαμε χορεύοντας τις λεωφόρους της Θεσσαλονίκης. Tην ακολούθησα και χορεύοντας μαζί πάνω στο μικρό σαν λέξη μοτίβο των Oύγγρων συνεχίσαμε μέσα στις στοές. O κόσμος μάς προσπερνούσε αδιάφορος. Aν κάποιος σταματούσε ήταν επειδή αντίκρυζε εμένα. Mερικοί αλκοολικοί και τοξικομανείς αντιδρούσαν ουρλιάζοντας και προσπαθούσαν να μας ακολουθήσουν. Aλλά δεν άντεχαν και στέκονταν παραπαίοντας ή σωριάζονταν καταγής και μας έβριζαν. Ξαφνικά αντιλήφθηκα έναν τρίτο που μας ακολουθούσε από ώρα χορεύοντας. Ήταν το πιο ωραίο ανθρώπινο πλάσμα που είδα ποτέ. Άφυλο τραβεστί μαύρος. Φορούσε κοντές μπότες με μεγάλες γαλλικές αστραφτερές αγκράφες και μια πολύ κοντή μίνι φούστα χρυσόμαυρη. Aπό πάνω ένα γιλέκο τζην στολισμένο με στρας κι από μέσα ένα στενό κορμάκι από παλιό σωμόν ταφτά. Eίχε έντονα βαμμένο το πρόσωπο με πράσινες γαλάζιες μαύρες σκιές. Tα μαλλιά ολόασπρα ορθώνονταν προς τα πίσω σαν τις περικεφαλαίες από ξερά χόρτα των ιθαγενών της Aφρικής. Mε μια ελαφράδα σαν να μην άγγιζε την γη χόρευε και μας περιτριγύριζε με μια αγάπη κι έγνοια. Bγήκαμε στην έξοδο κι εκεί το σπάνιο πλάσμα σταμάτησε. Aκίνητο μας έβλεπε που απομακρυνόμασταν εγώ και η Kυβέλη. Mε ένα νεύμα ευγενικό του δεξιού χεριού μάς ξεπροβόδισε. Σαν ένας μικρός τιμωρημένος θεός από μακρυά μάς ευλογούσε με καλωσύνη κι οριστικά μάς εγκατέλειψε. Φτάσαμε στην Eλλάδα μετά τρεις μέρες. Kατευθείαν από τον σταθμό πήγαμε στο άσυλο. Aπό τέσσερα χρόνια νοσηλευόταν εκεί η μητέρα Eυρυδίκη. Eίχε προσβληθεί από βαρειά άνοια. Tίποτε δεν καταλάβαινε κανέναν δεν αναγνώριζε. Tο στόμα της έκαμνε συνέχεια έναν ρυθμικό σπασμό προς τα μέσα. Σαν να θήλαζε ρουφούσε αχόρταγα το γάλα από έναν αόρατο μητρικό μαστό. O θάλαμος ήταν γεμάτος από ανοϊκές ηλικιωμένες γυναίκες. Όλες σιωπηλές και ακίνητες. H μητέρα Eυρυδίκη ήταν δεμένη με χοντρά πέτσινα λουριά στα σίδερα του κρεββατιού. Eπειδή πάθαινε φοβερές διεγέρσεις και κανένα φάρμακο δεν τις κατέστελλε. H Kυβέλη στάθηκε από πάνω της. Έσκυψε και την κοίταξε βαθειά στα μάτια. H μητέρα Eυρυδίκη μούγκρισε ενοχλημένη. H Kυβέλη τής χάιδεψε τα μαλλιά την φίλησε στο μέτωπο και στα δεμένα χέρια. Γύρισα να φύγω κι άκουσα πίσω μου την Kυβέλη να φωνάζει. Στράφηκα και την είδα. Mε τρόμο με πόνο κλαίοντας μού φώναξε εσένα. Eσένα τώρα ποιος θα σε συνοδεύσει; Aμέσως σώπασε κι αδιαφόρησε. Έλυσε τα μαλλιά της και ξάπλωσε δίπλα στη μάνα μας. Άπλωσε τα βυσσινιά της φορέματα τα πολλά μαύρα της μαλλιά και την σκέπασε ολόκληρη. Tις πήρε και τις δυο ο ύπνος. Aγκαλιασμένες ακίνητες κείτονταν μαζί και ήταν σαν η μια να τραβούσε τρυφερά την άλλη όλο και πιο βαθειά μέσα στον δικό της ύπνο. Mια γριά νάνος παχειά με γκρίζα κουρεμένα μαλλιά με την κίτρινη στολή των τραπεζοκόμων. Παλιά τρόφιμη που την είχαν κρατήσει να ψευτοδουλεύει στο άσυλο. Mπήκε ξαφνικά στον θάλαμο και πήγε ίσια στο κρεββάτι τους σα να ήταν εκεί από την αρχή. Tεντώθηκε και τις περιεργάσθηκε τις άγγιξε έκανε τον σταυρό της. Mε πλησίασε τρέχοντας κι ανασηκώνοντας τα ζωηρά της μάτια με κοίταξε χαρούμενη. Eίπε με χαρμόσυνη κοριτσίστικη φωνή πεθάναν.

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Joyce Mansour

Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ' όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ'αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ'αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι'εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα'θελα ν'αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.

***
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ' ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

**
Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ'τ'αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

**
(Αποσπάσματα από τις Κραυγές)

Άσε με να σ'αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ'το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ'αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ'αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

Henry Charles Bukowski

ήρεμα, βλάκα

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
είτε
κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
γυρνάς σπίτι
πτώμα απʼ το εργοστάσιο χαρτόκουτων
για να βρεις
τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
στους τοίχους ενός
δυαριού και τη
χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
καίγεται το φαγητό.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
που επικρατεί σε έθνη με
πυρηνικά αποθέματα αρκετά νʼ
ανατινάξουν το κέντρο της
γης
και να ελευθερώσουν τελικά
τον Διάβολο
τον Ίδιο
που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
ολέθρου.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
καθώς διαστέλλονται και σπάνε
οι τοίχοι του τρελάδικου
και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
πλημμυρίζουν τους
άγριους δρόμους.

πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
πραγματικότητα.







πετώντας το ξυπνητήρι

ο πατέρας μου έλεγε πάντα: «νωρίς στο κρεβάτι και
νωρίς στο πόδι, ο άντρας γίνεται υγιής, πλούσιος
και σοφός».

τα φώτα στο σπίτι μας έσβηναν στις οχτώ
σηκωνόμασταν χαράματα απʼ τη μυρωδιά του
καφέ, του τηγανιτού μπέικον και των χτυπητών
αυγών.

Σʼ όλη του τη ζωή, ο πατέρας μου έμεινε πιστός στο
πρόγραμμα
Αυτό.
πέθανε νέος, απένταρος,
κι όχι ιδιαίτερα
σοφός, νομίζω.

Μετά απʼ αυτή τη διαπίστωση, απέρριψα τις συμβουλές του
κι έτσι
αργά έπεφτα στο κρεβάτι κι αργά ξυπνούσα: το μεσημέρι.

δεν ισχυρίζομαι ότι κατέκτησα
τον κόσμο αλλʼ απέφυγα τουλάχιστον
τα πρωινά μποτιλιαρίσματα, γλίτωσα από κάμποσες παγίδες
γνώρισα παράξενους, υπέροχους
ανθρώπους

ένας απʼ τους οποίους
ήταν
ο εαυτός μου – κάποιος που ο πατέρας μου
δεν γνώρισε
ποτέ.







μέρη για να πεθάνεις και μέρη για να κρυφτείς

καμιά ελπίδα.
τίποτα.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
πάρε το ποδήλατο και πέρνα μέσʼ από ʼνα πάρκο στο
Παρίσι.
διάβασε τα μεγάλα έργα της εποχής μας.
τίποτα.
δες τον ακροβάτη να πέφτει και να πεθαίνει.
καμιά ελπίδα.
ανοιγόκλεισε τα μάτια σου, ξύσε τη μύτη σου.
τίποτα.
κάτσε στην πολυθρόνα του οδοντιάτρου και προσηλώσου
στο πρόσωπο του Θεού.
τίποτα.
δες το έκτο άλογο να ορμάει απʼ την πύλη σαν μπάλα
κανονιού.
καμιά ελπίδα.
το όγδοο άλογο την έβαψε.
καμιά ελπίδα στο Βέγκας.
καμιά ελπίδα στο Μόντε Κάρλο.
καμιά ελπίδα εδώ στη Νότια Καλιφόρνια.
καμιά ελπίδα στο Βόρειο Πόλο.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
τίποτα.
τα παράθυρα γυαλίζουν τούτο το μαύρο πρωινό
ένας Κινεζο-εβραίος τρέμει μες στην παγωνιά.
θάβω τον πατέρα μου με πράσινο πανωφόρι.
καμιά ελπίδα.
δεν αντέχω τις συμφορές αλλά πρέπει νʼ αντέξω.
είναι έμφυτο,
δεν μπορώ να ξεφύγω.
να τα παπούτσια μου κάτω απʼ το κρεβάτι.
κοίτα τα.
παγωμένα, νεκρά, με τα κορδόνια τους.
Ελπίδα καμιά.
η θλίψη ωρύεται, χτυπιέται στους τοίχους.
μια απʼ τις γάτες μου κοιτάζει κάτι αθέατο.
χαμογελάω, κουνάω το κεφάλι.
τίποτα.
τίποτα καινούργιο.
σκίζω το σελοφάν απʼ το πούρο μου.
τίποτα δεν συμβαίνει.
ο πολιτισμός καταρρέει και σπάει σαν τεράστιο κύμα.
μια πεταλουδίτσα μπαίνει επιφυλακτικά στο δωμάτιο.
η μουσική σταματάει.






απολογισμός

κι άλλες χαμένες μέρες,
ξεκοιλιασμένες μέρες,
εξατμισμένες μέρες.

κι άλλες χαραμισμένες μέρες,
σπαταλημένες μέρες,
δαρμένες μέρες,
ακρωτηριασμένες.

το πρόβλημα είναι ότι
το άθροισμα των ημερών
μας κάνει μια ζωή,
τη ζωή μου.

κάθομαι εδώ
εβδομήντα τριών χρονών
ξέροντας ότι ξεγελάστηκα
τα ʼκανα θάλασσα?
τσιγκλάω τα δόντια μου
με μια οδοντογλυφίδα
που
σπάει.

ο θάνατος θα ʼπρεπε να ʼρχεται εύκολα:
σαν εμπορικό τρένο που
δεν τʼ ακούς όταν
έχεις
την πλάτη γυρισμένη.

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

Lento

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν.
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά

ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά

o ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
Ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.




Τώρα εδώ κάτω

Τώρα είναι ήσυχα εδώ κάτω. Γαλήνη.
Οι διάβολοι αναπαύονται στην παχιά αιθάλη.
Άλλοι κόβουν τα νύχια τους. Άλλοι
θυμούνται τα παλιά. Μια μωβ σελήνη,

οδοντωτή, ολοστρόγγυλη, βουτάει και σβήνει
στο ζεστό θειάφι, που έχει σχεδόν κοπάσει.
Οι φλόγες χαμηλώσαν. Από πισσωμένα δάση
πότε-πότε πετούν τραγουδώντας σμήνη

μαύρων αγγέλων (αγάλλονται τα ερέβη
με τα “Εν υψίστοις” σε largo ή andante),
ενώ ένας καθιστός —που ξέμεινε— αφοδεύει
πίσω από μια βλοσυρή προτομή του Ντάντε.




Σκοτεινή μπαλλάντα, γ’

Ο Θάνατος ήρθε ένα βήμα πιό κοντά.
Μου φαίνεται πώς δέν κρατάει δρεπάνι αλλά απόχη.
Μά έχω πιά μάθει να σκέφτομαι σωστά
στά ερωτήματα πού κανείς απαντά
μ’ ένα ναί ή ένα όχι.

Θέλω νά πω, τό μέλλον χτυπάει στό ψαχνό
αλύπητα. Κι ανακαλύπτω
μέ θλίψη πώς έχω αρχίσει νά ξεχνώ.
Πώς όλα σκεπάζονται μ’ ένα αχνό
σύννεφο, κι όχι μέ τή σκιά των ευκαλύπτων.

Νιώθω πώς λίγα πράγματα μπορούν νά συμβούν,
κι άλλα, πολύ περισσότερα, πώς δέν θά γίνουν.
Μά όσα δέν γίνονται τώρα, βομβούν
στά σκονισμένα κοιλώματα του λοβού
όπως οι σφήκες στούς κάλυκες των κρίνων.

Πάνσοφε, Μεγαλόθυμε, Άρχοντα του Φωτός,
χάρισέ μου έναν θάνατο αντρίκειο.
Τούτο μονάχα σου ζητώ,
εγώ πού ποτέ μου δέν δέχτηκα δοτό
πόστο ή οφφίκιο.

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

… Όλες τις μέρες μιας άφεγγης ζωής ο χρόνος μας ανέχεται. Έρχεται όμως πάντα η στιγμή που πρέπει να τον ανεχτούμε και να τον υπομείνουμε εμείς. Ζούμε με το μέλλον: “αύριο”, “αργότερα”, “όταν σου δοθεί μια ευκαιρία”, “με τον καιρό θα καταλάβεις”. Αυτές οι ανακολουθίες είναι περίεργες αφού θα πεθάνουμε. Αλλά φτάνει η μέρα που ο άνθρωπος διαπιστώνει πως είναι τριάντα χρονών. Επιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του. Την ίδια όμως στιγμή συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση μέσα σ’ αυτόν. Αναγνωρίζει πως βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή και παραδέχεται πως έχει χρέος να την περάσει. Ανήκει στο χρόνο και τρομοκρατημένος βλέπει στο πρόσωπο του χρόνου το χειρότερο εχθρό του. Αύριο, επιθυμούσε το αύριο, τη στιγμή που έπρεπε να μην το ήθελε μ’ όλο του το είναι. Αυτή η επανάσταση της σάρκας αποτελεί το παράλογο [Όχι όμως κυριολεκτικά. Δε δίνω έναν ορισμό, απαριθμώ συναισθήματα, ανεκτά απ' το παράλογο. Αλλά το τέλος της απαρίθμησης δε σημαίνει κι εξάντληση του παράλογου].

Ένα βήμα πιο κάτω και να το παράλογο: βλέπουμε πως ο κόσμος είναι “αδιαπέραστος”, προαισθανόμαστε σε ποιο σημείο μας είναι ξένη μια πέτρα, διαπιστώνουμε πως είναι αδύνατο ν’ απλοποιήσουμε τα πράγματα, με πόσο πείσμα μπορεί να μας αντιστέκεται η φύση, ένα τοπίο. Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από ένα χαμένο παράδεισο. Η πανάρχαιη σκληρότητα του κόσμου, περνώντας μέσα από χιλιάδες χρόνια, έρχεται να μας συναντήσει. Για μια στιγμή δεν τη νοιώθουμε, αφού για ένα σωρό αιώνες καταλαβαίναμε μονάχα τις μορφές και τα σχήματα που δίναμε στον κόσμο.

Αλλ’ από δω και στο εξής δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το τέχνασμα. Ο κόσμος ξαναπαίρνει την πραγματική του μορφή και μας ξεφεύγει. Αυτά, τα από συνήθεια κρυμμένα σκηνικά ξαναπαίρνουν το αληθινό τους πρόσωπο. Απομακρύνονται. Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν μέρες όπου στο πρόσωπο μιας γνωστής μας, ξαναβρίσκουμε σα μια ξένη, εκείνη που είχαμε αγαπήσει πριν μήνες ή χρόνια και ίσως επιθυμήσουμε αυτό που συχνά μας κάνει να νοιώθουμε τόσο μόνοι. Αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα. Ένα μονάχα πράγμα πρέπει να έχουμε υπόψη μας: τη μυστικότητα κι ανομοιότητα του κόσμου που αποδεικνύουν το παράλογο…

“Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όταν κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι”-Αλμπέρ Καμύ

…Έρχομαι, τέλος, στο θάνατο και στο συναίσθημα που νοιώθουμε γι’ αυτόν. Πάνω σ’ αυτό έχουν λεχθεί τα πάντα και πρέπει ν’ αποφύγουμε το πάθος. Ποτέ, πάντως, δε θα εκπλαγούμε αρκετά επειδή όλος ο κόσμος ζει έτσι, δηλαδή σα “να μην ήξερε κανείς”. Αυτό συμβαίνει γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματικά, μια εμπειρία τη δοκιμάζουμε μονάχα όταν τη ζούμε και τη συνειδητοποιούμε. Εδώ, πρέπει να δούμε αν είναι δυνατό να μιλάμε για την εμπειρία του θανάτου των άλλων. Αυτή είναι μια πνευματική άποψη που ποτέ δε δεχτήκαμε. Αυτή η μελαγχολική στάση δεν μπορεί να είναι πειστική. Στην πραγματικότητα, η φρίκη είναι συνυφασμένη μ’ αυτό τούτο το γεγονός.

Αν μας τρομάζει ο χρόνος, μας τρομάζει γιατί αποδεικνύει το αποτέλεσμα που έρχεται. Σ’ αυτό το σημείο, για λίγο τουλάχιστον, όλες οι ωραίες συζητήσεις πάνω στην ψυχή παίρνουν ένα μάθημα απ’ τον αντίπαλό τους. Απ’ αυτό το ασάλευτο κορμί, η ψυχή λείπει. Αυτή η βασική κι οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος. Κάτω απ’ το θνητό φως αυτού του πεπρωμένου, εμφανίζεται η ματαιότητα. Καμιά ηθική, καμιά προσπάθεια δε δικαιολογούνται a priori μπροστά στα ανάλγητα μαθηματικά που ρυθμίζουν την ύπαρξή μας.

Το πρώτο βήμα που κάνει το πνεύμα είναι να διακρίνει το αληθινό απ’ το ψεύτικο. Εν τούτοις, η πρώτη ανακάλυψη της σκέψης είναι η αντίφαση. Σ’ αυτό το σημείο, είναι ανώφελο να προσπαθήσω να γίνω πειστικός. Γιατί, εδώ κι αιώνες, κανείς δεν το απέδειξε πιο σωστά απ’ τον Αριστοτέλη: “Μ’ όλους τους ισχυρισμούς συμβαίνει ό,τι πολλές φορές τονίσαμε σαν αναπόδραστη συνέπεια, δηλαδή ότι αυτοί οι ίδιοι αναιρούν τους εαυτούς τους. Γιατί εκείνος που λέει ότι τα πάντα είναι αλήθεια δέχεται και τον αντίθετο του δικού του ισχυρισμό, κι έτσι ο δικός του δε θα είναι αληθινός (γιατί αυτός που παραδέχεται σαν αληθινό τον αντίθετο ισχυρισμό καθιστά ψεύτικο το δικό του).

Αντίθετα, εκείνος που λέει πως όλα είναι ψέμα, διαψεύδει αυτός ο ίδιος τον ισχυρισμό του. Εάν δε ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο αντίθετος του δικού του ισχυρισμός δεν είναι αληθινός, ο δε δεύτερος ότι δεν είναι ψεύτικος μόνο ο δικός του, θα δημιουργηθεί και για τους δυο η προϋπόθεση μιας ατέλειωτης σειράς αληθινών και ψεύτικων ισχυρισμών, γιατί εκείνος που λέει ότι κάποιος αληθινός ισχυρισμός είναι πραγματικά αληθινός, είναι μέσα στην αλήθεια κι αυτό συμβαίνει επ’ άπειρο” [Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, Γ8 1012β 13-22]…

..Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ’ την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ’ απλοποιούσε. Σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν. Όλα αυτά είναι αλήθειες. Θα επαναλάβω, για μια ακόμη φορά, πως το ενδιαφέρον δε βρίσκεται σ’ αυτές αλλά στα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτές. Γνωρίζω κι άλλη μια αλήθεια: ο άνθρωπος είναι θνητός.

Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη τα πνεύματα που ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια κατέληξαν σ’ απόλυτα συμπεράσματα. Σ’ αυτό το δοκίμιο πρέπει να έχουμε αδιάκοπα στο μυαλό μας τη σταθερή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνο που νομίζουμε πως ξέρουμε, στην πρακτική συγκατάθεση και την εικονική άγνοια η οποία μας κάνει να ζούμε με ιδέες που, αν αποδεικνυόντουσαν αληθινές, θα ‘πρεπε ν’ αναστατώσουν ολόκληρη τη ζωή μας…

…Για ποιόν και για ποιό μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: “Αυτό το ξέρω!” Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου. Μπορώ να περιγράψω μία – μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια.

Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια. Το Σωκρατικό “γνώθι σ’ αυτόν” αξίζει τόσο όσο το “έσο ενάρετος” της εξομολόγησης. Σ” αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα.

Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα. Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει…

…Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή. Καταλαβαίνω πως η επιστήμη με βοηθάει στο να συλλάβω και ν’ απαριθμήσω τα φαινόμενα. Δε μπορεί όμως να με βοηθήσει στο να εννοήσω τον κόσμο. Ακόμα κι αν είχα αγγίζει ολόκληρο το πρόπλασμά του με το δάκτυλο, πάλι δε θα ‘ξερα τίποτε. Κι εσείς μ’ αναγκάζετε να διαλέξω ανάμεσα σε μια βέβαιη για τον εαυτό της περιγραφή που δε μου μαθαίνει τίποτα, και σ’ αβέβαιες υποθέσεις που ισχυρίζονται πως με διδάσκουν. Γι’ αυτό τον κόσμο και για τον εαυτό μου είμαι ένας ξένος, οπλισμένος σε κάθε περίπτωση με μια σκέψη που απ’ τη στιγμή που διαπιστώνει αρνιέται τον εαυτό της. Γιατί να βρίσκω τη γαλήνη μονάχα στην άγνοια και στο θάνατο, γιατί ο πόθος της κατάκτησης να προσκρούει πάνω σε τείχη που δε δίνουν καμία σημασία στις επιθέσεις του; Θέλω, σημαίνει προκαλώ το παράδοξο. Όλα τα πάντα κάνουν να γεννηθεί αυτή η δηλητηριασμένη γαλήνη, υποθάλπουν την αδιαφορία, τον ύπνο της καρδιάς και την παραίτηση.

WILLIAM BUTLER YEATS

Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
εγώ γέρασα –χρόνια και χρόνια– αγαπώντας
και κατάντησα εκτός μόδας,
σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
από του άλλου τη σκέψη∙
κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
μην αγαπάς για πολύ καιρό,
ειδάλλως καταντάς –γερνώντας–
εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.


Tο κλεμμένο παιδί

Kατ’ όπου σκάζει κύμα το φεγγάρι
και με φως τη σκοτεινη άμμο σκεπάζει,
–ακτή ακτές μακριά από το Pόουζες–
σέρνουμε γόνατα, σέρνουμε πέλματα,
και πανάρχαιους χορούς υφαίνουμε
πλέκοντας δάχτυλα, πλεκοντας βλέμματα,
μέχρι να δύσει η μέρα το φεγγάρι· χορεύουμε, χορεύουμε
και κυνηγάμε τ’ αφρισμένα κύματα,
ενώ στον ύπνο του ο κόσμος
κοιμάται άγχος και διλήμματα.
Σήκω, παιδί, ακολούθησέ με!
Aκολούθησέ με στ’ άγρια νερά,
τα νεραϊδένια· πιάσε με απ’ το χέρι:
καν δεν φαντάζεσαι τι θρήνος είναι ο κόσμος.


Ο λαός

«Και τι κέρδισα απ’ όλο αυτό το έργο;» αναλογίστηκα,
«τι κέρδισα απ’ όσα θυσίασα με πλήρη επίγνωση κι απόλυτα
δική μου ευθύνη;
Την καθημερινή εμπάθεια και το μίσος μιας πόλης βάρβαρης,
όπου κατασυκοφαντείται αυτός που πρόσφερε τα περισσότερα
και χάνει κάθε ίχνος της υπόληψής του…»
Κι ο φοίνικάς μου απάντησε αυστηρά:
«Οι μέθυσοι και οι άρπαγες του δημοσίου χρήματος
–κείνο τ’ αχρείο, ποταπό πλήθος που είχα απομακρύνει–
δοκίμασαν, μόλις η τύχη μου άλλαξε, να με κοιτάξουν καταπρόσωπο∙
και τότε εκείνοι που υπηρέτησα και κάποιοι που τους έθρεψα
σύρθηκαν μέσα απ’ το σκοτάδι και μου επιτέθηκαν.
Ωστόσο, δεν παραπονέθηκα –και ούτε θα παραπονεθώ– ποτέ
για τον λαό».

Werner Stingl

α

αν
πραγματικά
είμαι
η ζωή σου

τότε
η ζωή σου
είναι
σε κίνδυνο

β

δεν
μου είχες
υποσχεθεί
τίποτα

έχεις
κρατήσει
την υπόσχεσή
σου


η

όταν κάποιος αγαπά
κρατά ένα τριαντάφυλλο στο στόμα
κι αίμα στάζει από τα χείλη

κάποτε
σχεδόν θα πέθαινα
από αιμορραγία

ια
η πιο ωραία μέρα
της ζωής μου
ήταν
μια νύχτα

ιγ

Μου είναι τόσο δύσκολο
να σε εγκαταλείψω
γιατί σου είναι τόσο εύκολο
να ζήσεις χωρίς εμένα

ιστ

είναι ωραίο που εσύ
λες πάντα την αλήθεια

αλλά γιατί ειδικά
σε μένα

ιη

Τα είχες θυσιάσει
όλα σε μένα

τώρα εγώ είμαι
το θύμα

ιθ

Πως μπόρεσες
να με προδώσεις
πριν μπορέσω εγώ
να σε προδώσω

κα

Οι αλήθειες σου
είναι φρικτές
τα ψέματά μου
είναι ωραία

κβ

Ο πόνος μου
είναι τόσο πολύτιμος
πώς να τον μοιραστώ
μαζί σου

ΤΖΙΟΥΖΕΠΕ ΟΥΝΓΚΑΡΕΤΤΙ

Άσμα πέμπτο

Τα μάτια σφάλισες

Και γεννιέται η νύχτα όλο
κούφια βαθουλώματα,
ήχους νεκρούς, θα 'λεγες θόρυβος φελλού
από δίχτυα σε βυθό απλωμένα.

Τα δυο σου χέρια μια πνοή
από απαραβίαστα μάκρη
κι ως οι ιδέες άπαρτα.

Κι η σελήνη η διπλοσήμαντη
και το γλυκύτατο ταλάντεμα
μόλις που κάνεις ν' απιθώσεις
τα χέρια σου στα μάτια μου,
ευθύς αγγίζουν την ψυχή.

Στη γυναίκα μοιάζεις που διαβαίνοντας
όμοια φύλλο αφήνει
πάνω στα δέντρα μια χινοπωρινή πυρά.





Άσμα έκτο

Λεία όμορφη ω
νυχτερινή φωνή,
πυρετό μου φέρνει
κάθε σου σάλεμα.

Συ μνήνη, μόνη,
δαιμονισμένη δύνεσαι
τη λευτεριά στα δίχτυα σου να πιάσεις.

Στη σάρκα σου που ξεγλιστρά
και σε βάθη τρικλίζει από θολούς καθρέφτες
Όνειρο, και τι κρίματα
συ δεν μου δίδαξες να συντελώ;

Κρατημό δεν έχω πια μ' εσάς. Οράματα.

Κι από τύψεις δικές σας είναι πάντα
βαριά η καρδιά μου το πρωί σαν ξημερώνει.


Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης,

RAINER MARIA RILKE

ΤΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ

Βγάλε τα μάτια μου : μπορώ να σε δω
Κλείσε τ’ αυτιά μου : μπορώ να σε γρικήσω
Και χωρίς πόδια μπορώ σ’ εσε να ρθω ,
Και δίχως στόμα μπορώ να σ’ εξορκίσω.
Σπάσε τα μπράτσα μου : θα σε κρατά η καρδιά μου
Πνίξε μου την καρδιά , μα το μυαλό μου θα χτυπά.
Κι αν ρίξεις στο μυαλό μου τη φωτιά,
Θα σε κρατώ μες το αίμα μου κλεισμένον.


Ίσως πάω μέσα από βαριά βουνά,
Μές σε φλέβες σκληρές, μόνος ,
σαν ένα ορυχτό και βαθιά τόσο
Που να μην βλέπω κανένα τέλος κι ορίζοντα κανένα :
Όλα εγίναν κοντινά κι όλα τα κοντινά έχουν πέτρες γίνει.
*
Μύστης στον πόνο δεν έχω ακόμα γίνει,
τόσο μικρόν το μέγα αυτό σκότος με κάνει,
Μα εσύ ‘σαι αυτό : σκληρός γίνου, κ’ έτσι βαθιά μπές
που όλο το χέρι σου να μπορεί να με φτάνει
και μ’ όλες μου εγώ να σε φτάνω τις κραυγές



Ω Κύριε, τον θάνατο του δώσε στον καθένα
Τον θάνατο που βγαίνει από την ζωή του εκείνη
Που τον χρειαζόταν, τον σκεφτόταν και τον αγαπούσε.
*
Γιατί ‘μαστεν ο φλοιός μονάχα και το φύλλο .
Ο μέγας θάνατος , που όλοι έχουμε εντός μας
Είναι ο καρπός, που γυρνούν γύρω του όλα .



ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Αποχαιρετισμό ό,τι λεν, έχω νιώσει !
Πόσο το ξέρω ακόμη : ένα απλήγωτο γκρίζο σκοτεινό κάτι,
Που, ένα ομορφοσυνδιασμένο , μια φορά ακόμη τα δείχνει,
Το παραμερίζει και το ξεσκίζει.
Πόσο δεν αντιστεκόμουν να το ατενίζω, όταν,
αυτό, φωνάζοντας με, να φύγω μ’ άφηνε,
ενώ έμενε, σα να ‘ ταν όλες μαζί οι γυναίκες, μικρό και λευκό,
ωστόσο και μόνο τούτο : ένα νεύμα, που δε μ’ αφορούσε
κιόλας πια , αργό και συνεχές , και μήτε μόλις
φανερό πια : μπορεί μια δαμασκηνιά μόνον,
απ’ όπου κάποιος κούκος πέταξε με βιάση .



Κάποτε , αν γίνει και σε χάσω
Θα μπορείς να κοιμάσαι, δίχως
Πάνω από σε να μουρμουρίζω
Σαν την κορφή της φλαμουριάς

Δίχως εδώ να ξαγρυπνώ
και λόγια ως βλεφαρίδες, τόσο
το ‘να πλάι στ’ άλλο , ν’ αποθέτω
στα μέλη, στα στήθη, στο στόμα σου .

Να σε κλειδώνω, να σ’ αφήνω
Μονάχη εσέ μ’ ό,τι σου ανήκει,
Σαν κήπο που τον κατοικούνε
Σμάρια τα αστέρια κι οι μέλισσες.

_________ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ________

Ω ! εσύ , που δεν σου λέω πως τη νύχτα,
Κλαίοντας πλαγιάζω,
Που η ύπαρξή σου τρυφερά με κουράζει,
Νανούρισμα σα να ‘ταν,
Ώ εσύ, που δεν μου λες αν αγρυπνάς
Για χάρη μου πέ μου,
Πώς θα μπορούσαμε, εντός μας,
να κρατήσουμε αυτό το μεγαλείο
αν δεν το είχαμε διόλου χορτάσει :

Θυμήσου τους εραστές, πόσο γρήγορα,
Τις εκμυστηρεύσεις μόλις αρχίσουν,
Λεν ψέμματα κιόλας

Μόνο με κάνεις . Μόνον εσέ μπορώ ν’ αλλάξω
Μια στιγμή εσύ είσαι , το θρόισμα, ύστερα, είναι πάλι
Ή κάποιο άρωμα που εξατμίστηκε όλο.
Άχ ! μες στην αγκαλιά μου όλες τις έχω χάσει.
Μόνον εσύ, πάλι και πάλι θα γεννιέσαι :
Γιατί ποτέ μου δεν σ’ αγκάλιασα σε κρατώ τόσο




Οι Ελεγείες του Ντουίνο 1912-1922

Η ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Ποιος, αν κραύγαζα, θα μ’ άκουγε τάχα απ’ των Αγγέλων τα Τάγματα ;
κι αν ένας μ’ έσφιγγεν ακόμα, ξαφνικά πάνω στην καρδιά του,
θα διαλυόμουν κάτω από την δυνατώτερη ύπαρξη του.
Γιατί, η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού, που μόλις μπορούμε να υποφέρουμε και τη θαυμάζουμε μόνο γιατί δεν στέργει να μας καταστρέψει .

Κάθε Άγγελος τρομερός είναι. Κι έτσι κρατιέμαι, τότε, και σκοτεινού λυγμού πνίγω την καλεστική κραυγή μέσα μου.
Αχ! Ποιόν μπορούμε να έχουμε ανάγκη, τάχα ;
Όχι Άγγελον, όχι άνθρωπον, ακόμη και τα ζώα με το ένστικτο το νιώθουν
πως ασφαλείς δεν είμαστε στο σπίτι μας, σε τούτον τον κόσμον που μυστικό δεν του έχει μείνει. Ίσως ακόμη, καθημερνά για να το βλέπουμε, κάποιο δεντράκι, μας μένει στην πλαγιά , κι ο χτεσινός, μας μένει δρόμος, μας μένει κι η ξεπερασμένη πίστη μιας συνήθειας που κοντά μας της άρεσε κι έτσι έμεινε και δεν μας αφήκε.

Ω! κι η νύχτα ακόμη , η νύχτα, όταν ο άνεμος πλημμυρισμένος από άπειρο, στο πρόσωπο μας δέρνει, η νύχτα, η λαχταρισμένη νύχτα, η ήρεμα απογοητευμένη που κοπιαστική θα ‘ναι στην ήρεμη καρδιά, σε ποιόν δε θα έμενε ;
Πιο αλαφριά να ‘ναι για τους ερωτευμένους ;

Αχ! Τη μοίρα τους κρύβουν ο ένας απ’ τον άλλον.
Δεν το έμαθες ΑΚΟΜΗ ;
Το κενό να πετάξεις απ’ την αγκαλιά σου μέσα στους χώρους που ανασαίνουμε και τα πουλιά ίσως μ’ ένα παθητικότερο πέταγμα τον φαρδεμένο αέρα να αιστανθούνε .

Αλήθεια , οι ανοίξεις σε χρειαστήκανε.
Μερικά αστέρια σου έγνεψαν και συ ένιωσες το γνέψιμο τους.
Ένα κύμα του παρελθόντος να υψωνόταν γύρω σου , ή όταν περνούσες πλάι στο ανοιχτό παράθυρο, κάποιο βιολί εκαταλειπόταν στον εαυτό του;
Όλα αυτά προσταγή ‘ταν. Αλλά, εσύ, την προσταγήν αυτήν την υπερνίκησες ;

Δεν ήσουν πάντα απ’ την προσμονήν αφηρημένος, μια Αγαπημένη όλα σα να σου ανάγγελναν : ( Πού θα την προφυλάξεις, πού οι μεγάλες, πού οι ξένες σκέψεις έρχονται κοντά σου και φεύγουν και, συχνά, μένουν ολόκληρη τη νύχτα ; )

Αλλ’ αν το λαχταράς πολύ, τραγούδησε τότε τις Ερωτευμένες , το πολύφημισμένον όνομά τους , ακόμη αρκετά αθάνατο δεν είναι.
Εκείνες , που ζηλεύεις σχεδόν , τραγούδησε : τις εγκαταλειμμένες, τις εύρισκες ν’ αγαπούν πολύ περισσότερο απ’ τις χορτασμένες.

Πάντα και πάντα απ’ την αρχήν το εγκώμιο τ’ άφθαστο τραγούδα,
στοχάσου : ο ήρωας αιώνια ζεί, κι ο θάνατος του ακόμη, του ήταν μια αφορμή μόνο για ύπαρξη, η γέννηση η στερνή του.
Μα μέσα της η αποσταμένη φύση ξαναπαίρνει τις Ερωτευμένες σα να μην είχε δυό φορές τις δυνάμεις να τις δημιουργήσει..

Στοχάστηκες αρκετά να τραγουδήσεις την Γκάσπαρα Στάμπα, που ένα κοράσι , απ τον αγαπημένο του εγκαταλειμμένο , μιας τέτοιας ερωτευμένης το μεγάλο παράδειγμα να νιώσει και να πει : θα γίνω κι εγώ τάχα όπως εκείνη ;

Κι αυτοί οι πανάρχαιοι πόνοι , ποτέ για μας πιο γόνιμοι δε θα γενούνε;
Δεν έφτασε ο καιρός ακόμη, που να λευτερωνόμαστε αγαπώντας απ’ ό,τι πιο πολύ αγαπούμε και να νικούμε τρέμοντας, καθώς η σαΐτα συμμαζεμένη να πηδήσει, πιότερο για να ‘ναι από τον ίδιο τον εαυτόν της, νικά τη χορδή ;

Γιατί πουθενά στάση δεν υπάρχει.

Φωνές, φωνές ! Άκου, καρδιά μου, όπως, άλλοτε, μόνον Άγιοι, ακούγανε :
Από το χώμα για να τους σηκώσει η γιγαντένια κραυγή , αλλ’ εκείνοι μένανε γονατισμένοι , απίθανοι, μακρυνοί, και δεν προσέχαν :
ΕΤΣΙ έμεναν, ακούγοντας.
Όχι πως του θεού θα μπορούσες τη φωνή να υποφέρεις , κάθε άλλο .
Αλλ’ ό,τι πνέει ακρουμάσου, άκου την άπαυτη, που από σιωπή σαρκώνεται, αγγελία.
Από τους νέους αυτούς νεκρούς, ένας ψίθυρος έρχεται σε σένα .
Εκεί που πάντοτε έμπαινες, στις εκκλησίες της Ρώμης και της Νάπολης, δε σου μίλησε το πεπρωμένο τους γαλήνια ;
Ή τάχα μια επιγραφή ανάγλυφη δε σου επιβλήθηκε, όπως, τώρα στερνά, η πλάκα εκείνη στη Σάντα Μαρία Φορμόζα ;
Τι ζητούν από μένα ; Σιγά-σιγά θα πρέπει ν’ αφαιρέσω της αδικίας τα’ ομοίωμα που κάποτε, των πνευμάτων τους λίγο την αγνή κίνηση εμποδίζει.
Βέβαια, είναι παράξενο στη γή πια να μην κατοικείς,
Συνήθειες, που μόλις τις έμαθες, πια να μην έχεις, σε ρόδα και σε πράγματα άλλα, που όλα μια υπόσχεση ήταν, την σημασία ανθρώπινου μέλλοντος πια να μη δίνεις :
κι αυτό που υπήρξες, μέσα στην ατελεύτητη αγωνία των χεριών, πια να μην είσαι ·
και τ’ όνομα το δικό σου, σαν ένα σπασμένο παιγνίδι μνα το εγκαταλείψεις.

Παράξενο , ό,τι λαχταρούσες, να μην λαχταράς πια! Παράξενο , όλα, το κάθε τι που ήταν δεμένο, τόσο ελεύθερο να βλέπεις να κυματίζει.
Κοπιαστικό ‘ναι και το νεκρός να ‘σαι κι είναι επανόρθωση γιομάτο, έτσι, ώστε , λίγο-λίγο λίγη να νιώσεις αιωνιότητα : -- Μα οι ζωντανοί, όλοι, πέφτουν στο λάθος, περίσσια να τους ξεχωρίζουν.
Οι άγγελοι, (λένε) , δε θα ‘ξεραν, πολλές φορές, αν περπατάνε ανάμεσα σε ζωντανούς ή πεθαμένους..
Το αιώνιο ρέμα, περνώντας κι απ’ τα δυό Βασίλεια, παρασέρνει, πάντα, όλες τις ηλικίες και, πάνω κι απ’ τα δύο Βασίλεια, δεσπόζει η φωνή του.

Τέλος, ανάγκη πια , οι πρώιμα μεταστάντες, δεν μας έχουν · ήρεμα από τα γήινα ξεκόβει κανείς, όπως από τα στήθη τα πράα της μάνας του, όταν μεγαλώσει.
Μα εμείς, που τόσο μεγάλα μυστικά χρειαζόμαστε (απ’ αυτά που, συχνά, από πένθος, πρόοδος μακάρια αναπηδά) : ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ να υπάρχουμε, τάχα, χωρίς τους πεθαμένους ;
Να ‘ναι μάταιος ο θρύλος, τάχα, ότι τον Λίνο θρηνώντας, άλλοτε, η πρώτη μουσική, να διαπεράσει τόλμησε τη σκληρή νάρκη, ώστε, από τότε, στον τρομαγμένο χώρο, που ένας, σχεδόν θείος έφηβος, για πάντα εγκατέλειψε ξάφνου, το κενό φλογίστη κι αιστάνθηκε τον κραδασμό εκείνο που μας συνεπαίρνει και μας παρηγορεί και μας βοηθά την ώρα τούτη.


Μετάφραση: Άρης Δικταίος.


ΟΡΦΕΑΣ. ΕΥΡΥΔΙΚΗ. ΕΡΜΗΣ
Αυτό ήταν των ψυχών το παράξενο ορυχείο.
Σαν άργυρος αθόρυβος περνούσανε
σαν φλέβες μες’ απ’ το σκοτάδι του. Ανάμεσα σε ρίζες
το αίμα ξεπηδούσε, που φεύγει στους ανθρώπους,
και βαρύ, σαν πορφυρίτης φαινόταν στο σκοτάδι.
Κόκκινο δεν ήταν τίποτ’ άλλο.

Εκεί υπήρχαν δάση ασώματα
και βράχοι. Γέφυρες πάνω απ’ το κενό
κι εκείνη η μεγάλη λίμνη, η θολή,
που πάνω από τον μακρινό πυθμένα της κρεμόταν
όπως ο βροχερός ουρανός πάνω από το τοπίο.
Και στα λιβάδια ανάμεσα, αθόρυβη, γεμάτη καρτερία,
πρόβαλε η ωχρή λωρίδα του μοναδικού μονοπατιού,
σαν το μακρύ λινάρι που απλώθηκε για ξάσπρισμα.
Κι από τούτο το μοναδικό μονοπάτι έρχονταν αυτοί.

Μπροστά ο λυγερός ο άνδρας με τον μπλε μανδύα,
που κοίταζε μπροστά, βουβός και ανυπόμονος.
Με λαίμαργες μπουκιές το βήμα του κατέτρωγε αμάσητο
το δρόμο· τα χέρια του κρεμόντουσαν
βαριά και κλειδωμένα έξω απ’ τις πτυχώσεις
και δεν ένιωθαν πια την ελαφριά τη λύρα
που είχε φυτρώσει στο αριστερό [το χέρι]
σαν τριανταφυλλιά αναρριχώμενη επάνω στην ελιά.
Και οι αισθήσεις του έμοιαζαν διχασμένες:
ενώ το βλέμμα του έτρεχε μπροστά όπως ο σκύλος,
γύριζ’ από την άλλη, ερχόταν και ξανάφευγε
κι έστεκε περιμένοντας στην επόμενη στροφή, –
η ακοή του ξέμενε σαν μυρωδιά.
Κάποιες φορές θαρρούσε ότι έφτανε
μέχρι των άλλων δυο το βήμα,
που θα ’πρεπε ν’ ακολουθούν την άνοδό του.
Όμως μετά το μόνο πάλι πίσω του ήτανε
της ανάβασής του ο απόηχος και του μανδύα του το ανέμισμα.
Έλεγε όμως στον εαυτό του, δεν μπορεί, θα έρχονται·
το ’λεγε δυνατά και ν’ αργοσβήνει τ’ άκουγε.
Δεν μπορεί, θα έρχονται, μόνο που θα ’ναι δύο
που βαδίζουνε με βήμα τρομακτικά ελαφρύ. Αν γινόταν
να στραφεί μία φορά (αν δηλαδή αυτό το πισωκοίταγμα
δε σήμαινε τη διάλυση όλου αυτού του έργου,
που τώρα δα κόντευε να περατωθεί), σίγουρα θα τους έβλεπε,
τους δυο αθόρυβους, που σιωπηλά βάδιζαν πίσω του:

Των οδοιπόρων και των μακρινών μαντάτων τον θεό –
πλατύγυρο καπέλο πάνω από μάτια φωτεινά,
λεπτό κηρύκειο μπροστά του να κρατά
και τα φτερά που να χτυπούν στους αστραγάλους·
και στ’ αριστερό του χέρι δοσμένη: εκείνη.

Η πολυαγαπημένη, που για ’κείνη μία και μόνη λύρα
έβγαλε τόσο θρήνο όσο δεν έβγαλαν ποτέ μοιρολογήτρες·
που απ’ το θρήνο έγιν’ ένας κόσμος, όπου τα πάντα
ήταν εκεί γι’ ακόμα μια φορά: δάση, κοιλάδες,
μονοπάτια και χωριά, λιβάδια, ποταμοί και ζώα·
και που τον κόσμο αυτόν του θρήνου, όπως ακριβώς
κι όλη την άλλη γη, περιέβαλλε ένας ήλιος
και ουρανός έναστρος, σιωπηλός,
ουρανός θρήνου μ’ άστρα παραμορφωμένα –:
Αυτή, η πολυαγαπημένη.

Όμως εκείνη βάδιζε κρατώντας τον θεό από το χέρι,
και σάβανο μακρύ το βήμα της περιόριζε,
αβέβαιη, ήπια και δίχως ανυπομονησία.
Ήταν στον εαυτό της βυθισμένη, σαν μια εγκυμονούσα,
και τον άνδρα που προπορευόταν καθόλου δεν σκεφτόταν,
ούτε το μονοπάτι που οδηγούσε στη ζωή.
Ήταν στον εαυτό της βυθισμένη. Και η νεκρότητά της
σαν περιεχόμενο τη γέμιζε.
Σαν καρπός ολόγιομος με γλύκα και σκοτάδι,
έτσι κι αυτή ήταν γεμάτη με το μεγάλο θάνατό της,
που ήταν τόσο φρέσκος, γι’ αυτό και τίποτα δεν της ήταν κατανοητό.

Βρισκόταν μέσα σε μια νέα παρθενία
και δεν την άγγιζες· το φύλο της ήταν κλειστό
όπως ο νεαρός ανθός σαν πέφτει το σκοτάδι,
και τόσο ανοίκειος ήταν για τα χέρια της
ο γάμος, που υπέφερε ακόμα κι από την οικειότητα
του ανάλαφρου, αδιάκοπα αθόρυβου,
καθοδηγητικού αγγίγματος του ίδιου του θεού.

Ήδη δεν ήταν πια εκείνη η γυναίκα η ξανθή,
που κάποτε ακουγόταν στις ωδές του ποιητή,
δεν ήταν πια και άρωμα και νήσος του μεγάλου κρεβατιού
και σ’ εκείνον τον άνδρα δεν ανήκε πια.

Ήδη ήταν λυμένη σαν μαλλιά μακριά
παραδομένη σαν τη βροχή που πέφτει
και μοιρασμένη σαν απόθεμα που κάλυπτ’ αρκετούς.

Ήδη ήτανε ρίζα.

Και όταν άξαφνα ο θεός
απότομα τη σταμάτησε και με πόνο στη φωνή
πρόφερε τα λόγια: Κοίταξε πίσω του –,
εκείνη τίποτα δεν κατάλαβε και είπε σιγανά: Ποιος;

Όμως πέρα μακριά, μπροστά στην έξοδο τη φωτεινή,
στεκόταν μια φιγούρα σκοτεινή
κι ανέγνωρη. Στεκόταν και κοιτούσε,
πώς πάνω στη λωρίδα ενός μονοπατιού μες στα λιβάδια
ο αγγελιοφόρος θεός με βλέμμα όλο λύπη
έστριψε σιωπηλά, ν’ ακολουθήσει τη μορφή,
που γύριζε ήδη πίσω από το ίδιο μονοπάτι,
και σάβανο μακρύ το βήμα της περιόριζε,
αβέβαιη, ήπια και δίχως ανυπομονησία.

Μτφ.  Εύη Μαυρομμάτη

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Μίλτος Σαχτούρης

από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

Η δύσκολη Κυριακή

Απ' το πρωί κοιτάζω προς τ' απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ' το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ' αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ' μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ' έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ' ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά



Ο σωτήρας
Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ' ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ' το βούρκο πάλι και τ' άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους


από τη συλλογή Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ
Η πληγωμένη Άνοιξη
Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ' όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ' ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ' ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της


Αστεροσκοπείο
Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί


Τα δώρα
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής


Ο βυθός
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ' στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι


Ορυχείο
Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι



Ο ουρανός
Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν' εύκολο πράμα ν' αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ' τα δέντρα
κοιτάτε τ' άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ' άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του


από τη συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ
Η σκηνή
Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά
Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ' όλες
τις πλευρές
δε θά 'ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα
Η δυστυχία απ' έξω
έγδερνε τις πόρτες


Η νοσταλγία γυρίζει
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει


από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ
Η πηγή
Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μιά πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι


από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ
Το μαρτύριο
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν' αδειάζει από μέσα μου να φεύγει


Το αεροπλάνο
Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί απ' το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό
Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
Ούτε όμως θα με ξεσκίζετε με τα σύρματά σας
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό
δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά 'χουμε ανάγκη από ουρανό




Ο τρελός λαγός
Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες
Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος
Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα


Συμπέρασμα
Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φο-
βισμένο
έβρεχε και πρησμένα όνειρα βογγούσαν οληνύχτα
το πρωί ο άνθρωπος πλύθηκε και ξυρίστηκε
όπως πάντα
και γύρω του χτυπούσαν τα σφυριά όπως πάντα
στο δρόμο καθώς έβγαινε απάντησε μιαν αγία
ντυμένη στα βυσσινιά
είχε πεθάνει πάνω στον τροχό πριν από
εκατοντάδες χρόνια
ο γαλατάς τον είδε και τον χαιρέτησε
έπειτα τον χαιρέτησε ο ταχυδρόμος
κι ύστερα τί ν' απόγινε αυτός ο άνθρωπος
τα ρούχα του κυκλοφόρησαν σ' εφημερίδες
το ένα του μάτι το κρατούσε κι έπαιζε
ένα μικρό κορίτσι
μαύρα αυτοκίνητα μεταφέραν τα κομμένα
μέλη του
και η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό


Ο στρατιώτης ποιητής
Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου
Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω


από τη συλλογή Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Τοπίο
— Ένα κορίτσι πνίγεται μέσα στο μαύρο
εγώ ανεβαίνω σ' έναν άσπρο ουρανό
Μέσα στον έρημο χιονιά
ένας παπάς κατάμαυρος μέσα στην παγωνιά
λίγα μαύρα πουλιά σ' ένα κλαδί
κι ένα μόνο λουλούδι
και μιά φωνή:
— Εγώ ανεβαίνω σ' έναν άσπρο ουρανό
μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι


Το πρωί και το βράδυ
Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ' το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ' αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος


από τη συλλογή ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ
Ο καθρέφτης
Στη Νόρα Αναγνωστάκη
Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
— Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει


Ο ποιητής
Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά 'χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί, από πάνω, θ' απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.



Το χρυσάφι
Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ' στο χρυσάφι
δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
άλογα
δε θά 'χουμε τίποτα ν' αθροίσουμε
δε θά 'χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε
κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ' απ' τη μαύρη τρύπα
του ήλιου
που θα καίει


από τη συλλογή ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ή Η ΌΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ
Κυριακή
Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ' τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ' ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι


Η φεγγαράδα
Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό


από τη συλλογή ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ
Το ποντίκι
Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα
κι ο άλλος ν' απαντάει για έναν ποντικό
Ο ένας να μιλάει για έναν Άγιο
κι ο άλλος ν' απαντάει για ένα σκύλο
και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα
είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό


Το κεφάλι του ποιητή
Έκοψα το κεφάλι μου
τό 'βαλα σ' ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή



Το πράσινο απόγεμα
Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ' το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα...
τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:
— Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω

Τα χελιδόνια μου
Δε σας γνωρίζω εφέτος
καημένα χελιδόνια μου
πετάτε άραγε όπως άλλοτε
ή μήπως σε ρόδες πάνω να κυλάτε
όμως το μάτι σας γιατί έτσι μεγάλωσε
τεράστιο
τεράστιο και πορφυρό
μονάχα ο ουρανός σάς έχει απομείνει
μα νά 'ναι για σας τώρα Ουρανός;


από τη συλλογή ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)
Τα Γράμματα
Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα



Σαν Πανηγύρι
*

Η Κυρα-Λένη όλη μέρα τραγουδάει
δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει

*

Κάθε βράδυ η μάννα μου
με ταΐζει χώμα
έγινα καθώς φαίνεται
πουλί ιστορικό

*

νεκρό πουλί ακονίζω τα μαχαίρια μου
η Ιστορία (βλέπετε) δεν κάνει διάκριση
νεκρός ή
ζωντανός.

*

Ευλογημένη Κυριακή
καταραμένη μέρα
που μ’ ένα χτύπημα
ο θεοκόπος
μ’ έσπασε στα δυό.



ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ
Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν



Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
DANTE GABRIEL ROSSETI
ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

– Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες – Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες – Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
– Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ



ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ
Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraülein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν



Η ΛΑΜΨΗ
– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.
– Όμως ¬– είπε ο πρώτος:
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πια χέρι του.


ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ
Μέσα στον τάφο μου
Περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα

λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!

– Μή, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!



ΑΣΑΗ
Όταν ανέβαινες στο βουνό
εσύ κατέβαινες στην πεδιάδα
να κυνηγάς ψυχές
να κυνηγήσεις άσπρες πεταλούδες
και τις περνάς σε ασημένια ψιλά σύρματα
γιατί ο ίδιος είσαι συ αυτός που ανεβαίνει
κι αυτός που κατεβαίνει
δεν είναι λοιπόν η πεταλούδα, πεταλούδα
η πεθαμένη δεν είναι πεθαμένη
ούτε ο τάφος, τάφος της
– Ασάη! σου εφώναξα λοιπόν
όπως σου έλεγα εγώ τις σκάλες κατεβαίνοντας
εγώ ο ίδιος τις σκάλες ανεβαίνοντας
και λίγο έλειψε να τσακιστούμε
εγώ τραβώντας για τον Ουρανό
εγώ πέφτοντας κατακόρυφα
φωνάζοντας κι οι δυό μαζί:

– Ασάη Εσμέ! Εσμέ Ασάη!


από τη συλλογή ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)
ΟΤΑΝ
Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από μακριά
η αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος και
μου φιλά τα χέρια.


Η ΑΓΙΑ
Χ.

Ήταν εκείνο το φθινόπωρο απόγεμα που
η Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματικότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τί ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,
τέσσερις μήνες, κι όταν πια με λύσανε ήτανε
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πια.


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ
Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
— Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
— Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό γέλιο του•
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.


Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιεί τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.


από τη συλλογή ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)
ΟΝΕΙΡΟ
Ένα μικρό σε μια κούνια έιναι πεθαμένο.
Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πά-
νω του και κλαίει με λυγμούς. Έπειτα σιγά σιγά το ση-
κώνει, το βάζει κάτω… το μικρό σαν παραζαλισμένο
αρχίζει να περπατάει.
— Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως περπατάει.


ΗΣΥΧΑΣΤΕ
Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο…» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανώ που
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθοταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
— Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
— Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
— Ησυχάστε
— Ησυχάστε
— Ησυχάστε


Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Ένας κρύος αγέρας φύσηξε μέσ’ απ’ τα πρόσωπα του Μεγά-
λου Καθρέφτη μου. Τα πήρε ύστερα ο ήλιος κι ησύχασαν
Είναι μέσα στον καθρέφτη, ζωντανοί μαζί και νεκροί: Εγώ
ο Κάφκα, μια μεταβυζαντινή αγία κι ο Ντύλαν Τόμας.
Ο Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, έβγαλε μια κραυγή κι έσκασε
με κρότο. Οι στίχοι του όμως μείναν ανέπαφοι, ωραίοι, μα-
ζί με τους δικούς μου αγκαλιάζονται. Ο Κάφκα έβγαλε μέσ’
απ’ τα μάτια του δυό ψάρια και δυό αναμμένα κάρβουνα.
Τα πέταξε κατ’ επάνου μας για να μας κάψει.
Η αγία όπως και άλλοτε είναι δεμένη πάνω στον τροχό που
γυρίζει. Τρέχουν τα αίματά της.
Στο τέλος τους παίρνει όλους ο διάβολος
και ησυχάζουν.


LYNNE
Θυμάστε τότε που έγραφα για τα δαιμονισμένα
πορτοκάλια;

στον Πόρο
βρέθηκε
η Lynne
ένα κορίτσι
από την γηραιά Αλβιόνα
όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ
βλέπω όνειρα φριχτά
στον Πόρο
μπαρ και μπαράκια
και τα κουμπαράκια.
Αν δεν βρει αλλού δουλειά
η Lynne
θα γυρίσει πίσω
στα ζώα και τα θηρία της
και την αγαπώ
Lynne, Lynne,
πώς έτσι αναποδογύρισε ο κόσμος
Πόρος, θερμοκρασία 43o
κάτι το πρωτοφανές!

και τότε καληνύχτα σας.


ΤΑ ΝΗΣΙΑ
Ο Έρωτας είναι ο θάνατος
καθώς περιμένω μέρες και μέρες
για να γυρίσεις
έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά
νησιά θανάτου καθώς περιμένω
τόσες ημέρες κι ώρες θανάτου
για να γυρίσεις
γιατί έρωτας είναι ο θάνατος
απ’ του θανάτου τα νησιά
να ξαναρθείς.


ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ά! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.


ΣΤΟ ΒΑΠΟΡΙ
Ο αδύνατος ευγενικός κύριος
με το βυσσινί πόδι
φαίνεται πολύ ευτυχισμένος
αντίθετα με το κοριτσάκι
που κλαίει διαρκώς
γιατί η μαμά του δεν του αγοράζει
το μικρό ανεμιστηράκι•
κι εγώ πελιδνός ποιητής
«πράσινος ήλιος
τα δέντρα καίνε»
κάποτε θα περπατήσω
επί των υδάτων
όπως ο Ιησούς Χριστός.
Όμως επί του παρόντος
είμαι πολύ κουρασμένος
και σας Χαιρετώ
πέρα-για-πέρα
όπως ο Καραγκιόζης.


από τη συλλογή ΕΚΤΟΤΕ (1996)

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη

Βάδιζα κατά μήκος της ακτής
μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό
τα κύματα γκρίζα κι ανατριχιαστικά
κύματα γκρίζα σκάζαν στην παραλία
μια δύναμη μ’ έσπρωχνε να κάνω στροφή
ν’ αρχίσω να περπατάω πάνω στα κύματα
μαύρες γάτες περπατούσαν πάνω στα γκρίζα
κύματα
και η ψυχή μου ήταν νεκρή.

Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα.
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.


ΙΟΥΛΙΟΣ 1999
– Έ, Μάρκο Πόλο
μου φώναξε τότε «ο Χριστός»
άδεια η Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα εμείς οι δύο
είχαμε μείνει
και τα σκυλιά.


Η ΜΗΤΕΡΑ
Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν
γεμάτοι ερείπια• μοναχά τοίχους πεσμένους και
πέτρες έβλεπες• κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.
Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.
Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,
με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα
συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.
Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…
Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.


ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ
Καημένε Νίκο
τί ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν να φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό
κοιτάζεις
την αθανασία σου.

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ
Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου
με τις λίρες
Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
— Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.


από τη συλλογή ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ
Κάθε χρόνο
κατά το μήνα Αύγουστο
εισβάλλει στο προαύλιο
του Μοναστηριού του Πόρου
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού
πετάει από πέτρα σε πέτρα
τα παιδιά προσπαθούν
να την πιάσουν
αλλά δεν το κατορθώνουν
είναι η Άγια-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου
πετάει από πέτρα σε πέτρα
μόνο για λίγες μέρες
κι ύστερα χάνεται
για να ξαναεμφανιστεί
πάλι τον άλλο Αύγουστο
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου…


Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ
Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας

Ο ΓΑΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ
Ο θλιβερός γάμος που δεν έγινε
αναποδογύρισαν τα βάζα
σπάσαν τα λουλούδια
τα στέφανα πήραν φωτιά
και τα πετροβολήσαν με κουφέτα.


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω
Πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους
τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν
και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.
Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,
και νά, ξαφνικά βρέθηκα
μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη
όρθιο.
Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και
καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη
πόρτα του σαλονιού, είδα το Χριστό,
μέσα σε λάμψη, με τα χέρια απλωμένα
στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.
Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,
έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.


ποιήματα που έστειλε η Ε.Ε. (και δεν είναι γνωστό από ποιά συλλογή είναι)
ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
(να) κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν.

Αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα-ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
(για) να τους στραβώσει.


Ο ΑΓΙΟΣ
Τρελά ποντίκια
ροκανίζουν το χλωμό μυαλό του
όλο λέει να πάρει ένα αυτοκίνητο
να πάει
στον τόπο που έζησε ο έρωτάς του
όμως πάντα στο ίδιο μέρος μένει
γιατί τρελά ποντίκια έχουν ροκανίσει
το χλωμό μυαλό του.


ΤΑ ΓΑΡΙΦΑΛΑ
Αυτά τα αιματώδη γαρίφαλα
που στολίζουν το γραφείο μου
μου θυμίζουν το αίμα που έβγαζα
στα νιάτα μου
όταν άλλοι πολεμούσαν
και άλλοι γλένταγαν
στην καταραμένη χώρα.


ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Ξάφνου μια ομάδα μαύρων σκύλων
όρμησε πάνω στη σκηνή.
- Αυτό δεν το 'χαμε προβλέψει, ούρλιαξε
πανικόβλητος ο θεατρίνος.


Η ΛΗΜΟΝΗΣΜΕΝΗ (6ο μέρος)
Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε
η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε


Ο σταθμός
Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει,
γεμίζει λάσπη τ' ονειρό μου
είναι ενα σκοτεινό τοπείο
και περιμένω ένα τραίνο.

Ο σταθμάρχης μαζεύει μαραγαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες
γιατί έχει πολύν καιρό νάρθη
τραίνο σ' ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ' ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά, τα γένεια σά νάμαι άρρωστος πολύ
κι όμως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά-σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι!


Ποιήματα (1945-1971)
Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακoλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς.


(με άγνωστο τίτλο)
«Tον έστησαν εκεί όπου φυσάει ο πιο άγριος άνεμος
τον έταξαν στις παγωνιές
του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο
και μια γραβάτα κόκκινη
έναν μαύρο ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει
μαύρα γυαλιά...» .


Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν' ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ' αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

Μακάρι να βρει πέννα και χαρτί εκεί που πάει.....