Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Henry Charles Bukowski

ήρεμα, βλάκα

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
είτε
κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
γυρνάς σπίτι
πτώμα απʼ το εργοστάσιο χαρτόκουτων
για να βρεις
τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
στους τοίχους ενός
δυαριού και τη
χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
καίγεται το φαγητό.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
που επικρατεί σε έθνη με
πυρηνικά αποθέματα αρκετά νʼ
ανατινάξουν το κέντρο της
γης
και να ελευθερώσουν τελικά
τον Διάβολο
τον Ίδιο
που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
ολέθρου.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
καθώς διαστέλλονται και σπάνε
οι τοίχοι του τρελάδικου
και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
πλημμυρίζουν τους
άγριους δρόμους.

πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
πραγματικότητα.







πετώντας το ξυπνητήρι

ο πατέρας μου έλεγε πάντα: «νωρίς στο κρεβάτι και
νωρίς στο πόδι, ο άντρας γίνεται υγιής, πλούσιος
και σοφός».

τα φώτα στο σπίτι μας έσβηναν στις οχτώ
σηκωνόμασταν χαράματα απʼ τη μυρωδιά του
καφέ, του τηγανιτού μπέικον και των χτυπητών
αυγών.

Σʼ όλη του τη ζωή, ο πατέρας μου έμεινε πιστός στο
πρόγραμμα
Αυτό.
πέθανε νέος, απένταρος,
κι όχι ιδιαίτερα
σοφός, νομίζω.

Μετά απʼ αυτή τη διαπίστωση, απέρριψα τις συμβουλές του
κι έτσι
αργά έπεφτα στο κρεβάτι κι αργά ξυπνούσα: το μεσημέρι.

δεν ισχυρίζομαι ότι κατέκτησα
τον κόσμο αλλʼ απέφυγα τουλάχιστον
τα πρωινά μποτιλιαρίσματα, γλίτωσα από κάμποσες παγίδες
γνώρισα παράξενους, υπέροχους
ανθρώπους

ένας απʼ τους οποίους
ήταν
ο εαυτός μου – κάποιος που ο πατέρας μου
δεν γνώρισε
ποτέ.







μέρη για να πεθάνεις και μέρη για να κρυφτείς

καμιά ελπίδα.
τίποτα.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
πάρε το ποδήλατο και πέρνα μέσʼ από ʼνα πάρκο στο
Παρίσι.
διάβασε τα μεγάλα έργα της εποχής μας.
τίποτα.
δες τον ακροβάτη να πέφτει και να πεθαίνει.
καμιά ελπίδα.
ανοιγόκλεισε τα μάτια σου, ξύσε τη μύτη σου.
τίποτα.
κάτσε στην πολυθρόνα του οδοντιάτρου και προσηλώσου
στο πρόσωπο του Θεού.
τίποτα.
δες το έκτο άλογο να ορμάει απʼ την πύλη σαν μπάλα
κανονιού.
καμιά ελπίδα.
το όγδοο άλογο την έβαψε.
καμιά ελπίδα στο Βέγκας.
καμιά ελπίδα στο Μόντε Κάρλο.
καμιά ελπίδα εδώ στη Νότια Καλιφόρνια.
καμιά ελπίδα στο Βόρειο Πόλο.
βάλε τα παπούτσια σου,
βγάλʼ τα.
τίποτα.
τα παράθυρα γυαλίζουν τούτο το μαύρο πρωινό
ένας Κινεζο-εβραίος τρέμει μες στην παγωνιά.
θάβω τον πατέρα μου με πράσινο πανωφόρι.
καμιά ελπίδα.
δεν αντέχω τις συμφορές αλλά πρέπει νʼ αντέξω.
είναι έμφυτο,
δεν μπορώ να ξεφύγω.
να τα παπούτσια μου κάτω απʼ το κρεβάτι.
κοίτα τα.
παγωμένα, νεκρά, με τα κορδόνια τους.
Ελπίδα καμιά.
η θλίψη ωρύεται, χτυπιέται στους τοίχους.
μια απʼ τις γάτες μου κοιτάζει κάτι αθέατο.
χαμογελάω, κουνάω το κεφάλι.
τίποτα.
τίποτα καινούργιο.
σκίζω το σελοφάν απʼ το πούρο μου.
τίποτα δεν συμβαίνει.
ο πολιτισμός καταρρέει και σπάει σαν τεράστιο κύμα.
μια πεταλουδίτσα μπαίνει επιφυλακτικά στο δωμάτιο.
η μουσική σταματάει.






απολογισμός

κι άλλες χαμένες μέρες,
ξεκοιλιασμένες μέρες,
εξατμισμένες μέρες.

κι άλλες χαραμισμένες μέρες,
σπαταλημένες μέρες,
δαρμένες μέρες,
ακρωτηριασμένες.

το πρόβλημα είναι ότι
το άθροισμα των ημερών
μας κάνει μια ζωή,
τη ζωή μου.

κάθομαι εδώ
εβδομήντα τριών χρονών
ξέροντας ότι ξεγελάστηκα
τα ʼκανα θάλασσα?
τσιγκλάω τα δόντια μου
με μια οδοντογλυφίδα
που
σπάει.

ο θάνατος θα ʼπρεπε να ʼρχεται εύκολα:
σαν εμπορικό τρένο που
δεν τʼ ακούς όταν
έχεις
την πλάτη γυρισμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου