Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

EΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Quantum-Έκτωρ Κακναβάτος
Από μια χειρονομία σου ένα ράκος προαιώνιο
έμεινε να καίεται πέρα από τη γνώση
δικό σου είναι αυτό που αναζητώ
που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα
μα εντός σαλεύει .


Κάθε βήμα προς τα εσένα
μου στοιχίζει την απογύμνωση
και την ατίμητη
συγκομιδή του φόβο μου εκποίησα
και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο
ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση .


Για το αν υπάρχουν ανάμεσα μας σύνορα
και τι δεν έδωσα
εσύλησα το περήφανο λοφείο του προπάτορα
την πανάρχαιη νομοθεσία του θεού
και την αισθητική μου την ταναγραία
μια μοναδική συλλογή χειροκροτήματα
όλα σε πρώτη βλάστηση
έδωσα και το πιο εμπιστευτικό μου σχέδιο
για τη δομή των κρυστάλλων
απόσταγμα χιλιετηρίδων
λάφυρα και λάφυρα
οι νίκες οι κοίτες οι προεκτάσεις
όλη τη γενιά της βαρύτητας .


Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δε σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω .


Άτιτλο- Έκτωρ Κακναβάτος
"Και βέβαια ναι... δε λέω!

Οι ομιχλώδεις εσοχές του αλαχίστου, ναι!

Και που μοιχεύεται ανευλαβώς

η Απολλώνεια συνάρτηση

Θες κι η ανεπίδοτη θηλύτητα του χρόνου;

Βεβαίως ναι!

Κι ο πόνος τοκετού της ανεμώνας

Ναι, όλα ετούτα ναι!

Ωραία που είναι!



Μα εκείνο το Χαρμίδειο

το ανοιχτό μπλουζάκι της

τι ολοκλήρωμα σαρωτικό

τι τανυστής, τι ρίγος!"


Φωνές- Έκτωρ Κακναβάτος
Από πάχνη κοριτσιού είναι το σύννεφο

και μη σκιαχτείς που ακούς φωνές

θα'ναι της ρώγας του σταφυλιού

που τη βατεύει ο ήλιος

Κι από το μπλάβο σύκο θα'ναι που

-λόγω ο τζίτζικας κι άι οι τρίλιες του-

λιγώθηκε και στάζει μέλι




Κι από της σαύρας θα'ναι τ'ανασήκωμα

στα μπροστινά της

λόγω που όρθιο πάνω σε ύφαλο το πέλαγο

απ'ανοιχτά κάνει σινιάλο στο λιοπύρι

Κι από το φιλιατρό κι από το άνεργο μαγκάνι θα'ναι

κι απ'το στεγνό σκοινί

που τρελαμένες για σταλιά νερό

γυροπετούν οι σφήκες

Κι από το σάλτο ρετσινιού που'δωσε μια και να

πήρε φωτιάν ο πεύκος




Κι όι όι από ηδύ χειλόφωνο ανάμεσα μηρών

κι από την κάψα κοριτσιού είναι

που κίνησε το σύννεφο και πάει σορόκο λεβάντε."


σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει- Έκτωρ Κακναβάτος
Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι ξέρα ο νους η ουλή βυθός

μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις

μεσ από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο.

Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις

χαράδρα η μνήμη, μάγμα απέραντο η οργή.

Κι αν το νόημα είναι του βυθού;

Η μελλούμενη πορεία αξία εσχάτη είναι

ή το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω;

Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι

δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου

που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο

σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει

ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής

με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες

όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη

κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ

για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα...


Φωνή μου ράτσα υψικάμινου-Έκτωρ Κακναβάτος
Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


Λέγοντας πέτρες-Έκτωρ Κακναβάτος
Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κι ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κι εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…

Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.
Τροχιά-Έκτωρ Κακναβάτος
Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.

Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.

Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.
Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο- Έκτωρ Κακναβάτος
Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο

Ο στόμφος εκούρασε• σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση•
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με του αστούς μακάρια πια
παρακμάζει• σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
– συγγνώμη• ποιος τάχα δεν πρέπει νʼ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις• λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θʼ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει νʼ ακούει τώρα;

Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θʼ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.
ΑΙΘΑΛΟΜΑΖΑ- Έκτωρ Κακναβάτος
Πέφτανε μπαμπάκια ματωμένα απ' το φεγγάρι

Μπηγμένες μπαντερίγιες στα μηλίγγια του ο τορέρο

ανέβαινε ψηλά με τα ποδήλατα του αγέρα



Λάμπες φθορίου κατέβαζε ο Ρίο Έμπρο

οι μπαταρίες σβήνανε στο sanyo

δεν σ’ άκουα πια

που τραβούσες ανατολικά με τις ομίχλες

Παρμενίωνα γεροπεισματάρη…



έτσι κάτω απ’ τις μαρκίζες

σάπιζεν ο αύγουστος.

ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΥΣΕΩΣ-Έκτωρ Κακναβάτος
Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά

σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει

ότι δεν του πάει η μεταφυσική

μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα

ίσα να κλείσει η εμπατή

να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω

να μη μαθαίνει

και μόνο σαν έρθει ο καιρός

απάνω να διαβαίνουν τα νερά

και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα

ν' ακούει να θυμάται.


ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ- Έκτωρ Κακναβάτος
Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα

κομμένο στα τέσσερα

μ' άλλους σακατεμένους κώδικες

λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο



έχω παιδιά να θρέψω

θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου

θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι

θέλουν τα ποντίκια μου τυρί

την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου

και βρέχει


ΑΥΛΙΔΑ - ΣΧΟΛΙΟ- Έκτωρ Κακναβάτος
Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως

σπουδαίας και τελείας...

Αριστοτέλης

Σου 'λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό

όπως η γόμωση οβίδας;

Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος

Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της

τον είπαν πετεινό

πού τη σφάξανε;



...κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι

βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα

το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε



στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες•

είπαν, η ψυχή της που έφευγε

Και τότες — χίλιοι ταύροι —

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

—Αχαιοί, στα πλοία...



Αν όχι τίποτ' άλλο

κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα

απ' τα καράβια

κι αν η Τροία

«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»

αν όλα πήγαν κατ' ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να είναι αλάθητος ο λόγος σου

να 'σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.



Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται

ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου