Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Robert Lee Frost

Προς τη γη

Στα χείλια μ’ άγγιξε τόσο γλυκά
η αγάπη. Όσο ν’ αντέξω θα μπορούσα
Άλλοτε αυτό φαινόταν και πολύ
με τον αέρα τότε ζούσα.

Το κύμα γλύκας που με προσπερνούσε
ήτανε τάχα μόσκου μυρουδιά
που ανάδιναν τα κλήματα κρυμμένα
από σύθαμπο απ’ το λόφο χαμηλά;

Με τύλιξαν και με πόνεσαν
από το αγιόκλημα κλωνιά
που όταν τα κόβεις σου ραντίζουν
στους κόμπους των δαχτύλων τη δροσιά.

Τους δυνατούς τους γλυκασμούς είχα ποθήσει
Τέτοιοι, στη νιότη μου φαντάζαν μονάχα.
Όμως το πέταλο του ρόδου
μου ‘δωσε την κρυφή κεντιά.

Τώρα, χαρά που να της λείπει αλάτι,
δε γίνεται. Που να μην πάλαιψε πολύ
με πόνο, κούραση και λάθη.
Τώρα η κηλίδα μου ‘ναι ποθητή.

Από τα δάκρυα, το σημάδι
αγάπης τόσο πιο τρανής.
Το φλούδι του γαρύφαλλου που καίει
γλυκόπικρο στο στόμα όταν κρατείς.

Σημαδεμένο, μουδιασμένο
είναι το χέρι όταν το αποτραβώ
πάνω απ’ τα χόρτα, ή τα χαλίκια
όταν με δύναμη ακουμπώ.

Όμως δεν σώνει αυτός ο πόνος. Θέλω
βάρος και δύναμη πολλή.
Να νιώσω στην τραχιά της γλύκα
τη γη, σ’ όλο μου πάνω το κορμί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου