Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ

3 ~ Τσέζαρε Παβέζε: "Θα κατέβουμε στην άβυσσο σιωπηλοί"
θά 'ρθει ο θάνατος και θά 'χει τα μάτια σου -
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
από το πρωί ως το βράδυ, ακάματος
σιωπηλός, σαν μια παλιά τύψη
ή ένα παράλογο ελάττωμα. Τα μάτια σου
θα είναι μια λέξη κενή,
μια σιωπηλή κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωί
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θά 'ρθει ο θάνατος και θά 'χει τα μάτια σου.
Θα είναι σα να σταματάς μια κακή συνήθεια,
σα να βλέπεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ξανά ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν' ακούς ένα κλειστό χείλι.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο σιωπηλοί.

ΕΙΣΑΙ ΣΑΝ ΚΑΠΟΙΑ ΓΗ
Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.
μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη


Το θλιμμένο κρασί (Τσέζαρε Παβέζε, μετάφραση: Σπύρος Δόικας)

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.

Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.

Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.


Τη νύχτα που κοιμήθηκες

Ακόμα και η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που θρηνεί
σιωπηλά, μέσα στα βάθη της καρδιάς,
και τ' άστρα περνάνε κουρασμένα.
Ένα μάγουλο ακουμπάει σ' ένα άλλο μάγουλο -
είναι μια παγερή ανατριχίλα, κάποιος
χτυπιέται και σε παρακαλεί, μονάχος,
σκορπισμένος μέσα σου, στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει και θέλει την αυγή
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω πρόσωπο κλειστό, σκοτεινή αγωνία
πυρετέ που πικραίνεις τ' άστρα,
υπάρχει κάποιος που περιμένει την αυγή όπως και συ
ψάχνοντας το πρόσωπό σου στη σιωπή.
Είσαι ξαπλωμένη κάτω από τη νύχτα
σαν ένας κλειστός νεκρός ορίζοντας.
Φτωχή καρδιά που τρέμεις
κάποτε ήσουν η αυγή.

[4 Απριλίου 1950]


Οι γάτες θα το ξέρουν

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

[10 Απριλίου 1950]

27 Ιουλίου 1940

Τα πράγματα αυτού του κόσμου (οι πράξεις, εξαιρουμένης βέβαια της φύσης) είναι σύμβολα της εσωτερικής πραγματικότητας, της δικής μας ή των άλλων.
Από αυτό προέρχεται ότι όσο περισσότερο καλλιεργημένοι είμαστε, τόσο λιγότερο είμαστε διατεθιμένοι να θυσιάσουμε την βασική παρόρμηση (την σαρκική ζωή) για ν' αποδώσουμε τιμές σ' ένα άυλο κα αυθαίρετο σύμβολο.
Ιδού μία περίπτωση, όπου ο έκδηλος ρεαλισμός της σκέψης, προβάλλει ελαττωματικός, και όπου η υπέρβαση γίνεται αντιθέτως εξ ολοκλήρου πειθαρχία, αποδίδοντας στο σύμβολο τρομερή σημασία: ο πιστός σκοτώνεται για να μην πραγματοποιήσει μία πράξη που είναι σύμβολο του κακού. Για την διάπυρη ψυχή όλα είναι σύμβολο, δες τον ερωτευμένο.
Ή μήπως δεν συμβαίνει ίσως στον ιδεαλισμό να είναι σύμβολο οι πράξεις, στην υπέρβαση τα φυσικά αντικείμενα; Θα ήταν σύμβολο αυτό μονάχα που τοποθετήθηκε στον κόσμο από το δημιουργικό πνεύμα.
Οι αναχωρητές βασανίζονταν κατ' εκείνο τον τρόπο για να δικαιολογήσουν μπροστά στους απλούς ανθρώπους την μακαριότητα που θ' απολάμβαναν στον ουρανό

[...] Ας είμαστε ειλικρινείς. Αν ξεμύτιζε μπροστά σου ο Cesare Pavese και σου μιλούσε και γύρευε να γίνει φίλος σου, είσαι βέβαιος ότι δεν θα σου ήταν μισητός; θα τον εμπιστευόσουν; θα επιθυμούσες να βγεις μαζί του το βράδυ για συζήτηση;

25 Αυγούστου 1950

Αγαπητέ Τζιουζέππε,
τι είναι αυτοί οι υστερισμοί; Λυπάμαι που είχα μια απελπισμένη χροιά μιλώντας με τον Άντελε, αλλά είναι απλώς ότι η ψυχή μου είναι σημαδεμένη για δικούς μου λόγους, είμαι κομμάτια, δεν έχω διάθεση να δω κανέναν και θα πλήρωνα όλο το χρυσάφι του κόσμου έναν δολοφόνο για να με μαχαίρωνε στον ύπνο μου. Προφανώς όλα αυτά γίνονται αντιληπτά από τη φωνή.

Ούτε ψάχνω για παρηγοριά. Δεν έχω διάθεση ούτε ζωή. Τραβάω μπροστά, για λογαριασμό μου, ελπίζοντας ότι γρήγορα όλα θα έχουν τελειώσει.

Για σένα και για τις αδελφικές σου διαμαρτυρίες χρωστώ ευγνωμοσύνη και αναγνώριση.

Μη σκέπτεσαι τίποτ' άλλο. Αντίο.
Παβέζε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου