Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

Πρώτη φορά κατέβαινα εκείνα τα ποτάμια, όταν κατάλαβα πως πια δεν είχα πλοηγούς. Κάτ’ Ινδιάνοι δαίμονες τους είχανε καρφώσει απάνω σε πολύχρωμα παλούκια και γυμνούς τώρα τους γέμιζαν με βέλη τα κορμιά.

Όχι πως μ’ ένοιαζε κανείς ναύτης ή πλοηγός, τόσο μπαμπάκι εγγλέζικο και στάρι από τη Φλάντρα που είχα συντροφιά μέσα στ’ αμπάρι. Κάποτε έπαψ’ ο ορυμαγδός, ξεγαύριασαν οι δαίμονες• πάνε οι πλοηγοί. Και τα ποτάμια μ’ άφησαν να φύγω μοναχό όπου μου κατεβεί.

Έναν χειμώνα ολόκληρο ξεχάστηκα -σαν το παιδί!- να τρέχω στων παράφορων κυμάτων τις πλαγιές, κι οι κάβοι οι αφιλόξενοι δεν γνώρισαν ποτέ πιο ένδοξες χαρές. Η τρικυμία βάφτισε τις πελαγίσιες μου ορμές.

Δέκα τις νύχτες μέτρησα, χορεύοντας πιο αλαφρύ κι απ’ τον φελλό στον κλύδωνα τον θεριστή ψυχών. Και δεν νοστάλγησα -Για δες!- μήτε για μια στιγμή τα μάτια τα ηλίθια των φάρων και των φαναριών!

Πιο ηδονικό κι απ’ τον χυμό του τρυφερού ξυνόμηλου στο στόμα του παιδιού, μπήκε το πράσινο νερό στα έλατα του σκαριού μου. Πήρε τιμόνι, άγκυρα, παλάγκα και σκαρμούς κι έπλυνε απ’ την κουβέρτα μου τα ρόδινα κρασιά και τους παλιούς τους εμετούς.

Αυτό ήταν! Λούστηκα κι εγώ στο ποίημα το θαλασσινό. Έναστρο, γαλαξιακό, μάκρη γαλάζια χόρτασα ίσα μ’ εκεί που, ένας νεκρός από πνιγμό εκστατικός, πλανιέται στου ορίζοντα την κάτωχρη γραμμή.

Εκεί που ξάφνου, βάφοντας το άκρο γαλάζιο με σπασμούς και με παλμούς -καθώς το φως της μέρας σπαρταρά να γεννηθεί- κι απ’ το αλκοόλ πιο δυνατή, κι απ’ τα τραγούδια πιο πλατιά, του έρωτα ζυμώνεται η ξανθή παραφορά!

Είδα ουρανούς -και γνώρισα- κουρέλια από τις αστραπές• είδα τυφώνες κύματα: θεριά αφρισμένα, ρεύματα• κι είδα το δείλι, κι έμαθα το χάραμα να υψώνεται: σμήνος περιστεριών• γνώρισα ό,τι ο άνθρωπος νομίζει πως γνωρίζει.

Τον ήλιο είδα να σέρνεται στην τρύπα του με μυστικούς τρόμους χαρακωμένος, σπέρνοντας πίσω πήγματα πορφύρας και φωτός -μάσκες αρχαίων τελετών- καθώς το κύμα έκλεινε μια πουπουλένια αυλαία πάνω απ’ τις αποστάσεις.

Την σμαραγδένια ανταύγεια της χιονισμένης νύχτας είδα στον ύπνο μου βαθιά, φιλί που ανέτειλε αργά στο βλέμμα της θαλάσσης, δρολάπι απίστευτων χυμών, κίτρινα-μπλε ξυπνήματα κελαϊδισμών εωσφόρων!

Μήνες πολλούς ατένιζα τις φουσκοθαλασσιές να οργώνουν, σαν υστερικές αγέλες αγελάδων, τις ξέρες κι ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα το φωτεινό πόδι της Παναγιάς να διώχνει τις ασθμαίνουσες μουσούδες των ωκεανών!

Για φανταστείτε! Χτύπησα σε ανήκουστα κοράλλια, που άνθιζαν μάτια πάνθηρα με σάρκα ανθρωπινή: ίριδες κάτω απ’ την γραμμή του ορίζοντα, σαν τα ινία, γλαυκά κοπάδια να κρατούν!

Είδα -και γνώρισα- καυτούς βάλτους, παγίδες αχανείς, που μέσα στα καλάμια τους σάπιζε ο Λεβιάθαν! Δίνες, ερέβη αιφνίδια στη μέση της γαλήνης και μάκρη απροσμέτρητα στην άβυσσο να πέφτουν!

Και παγετώνες, ουρανούς σαν κάρβουνα αναμμένα, μαργαριτάρια κύματα, ήλιους μαλαματένιους! Τρομακτικά ναυάγια σε κόλπων κόλπους σκοτεινούς, όπου γιγάντια ερπετά -βορά κοριών- στα γέρικα τα δέντρα έζεχναν μαύρο!

Ήθελα να ’χ’ απάνω μου παιδιά, για να τους δείξω αφρόψαρα, χρυσόψαρα, δελφίνια. Αφρών ανθοί νανούρισαν τη ρότα μου και άνεμοι απίστευτοι μου έδωσαν φτερά.

Κάποτε, εγώ μαρτυρικό έρμαιο πόλων και ζωνών παράδερνα• κι η θάλασσα, που γλύκανε λυγμό λυγμό το σκαμπανέβασμά μου, άπλωνε καταπάνω μου τα σκοτεινά λουλούδια της με κίτρινες βεντούζες. Τ’ άπλωνε και γονάτιζα εκεί σαν θηλυκό...

Σχεδόν νησί, που έτριζε παρόχθιες μάχες των πουλιών, χάβρες πουλιών και κουτσουλιές πουλιών με μάτια ξέθωρα- πήγαινα κι όλο πήγαινα και απ’ τα λυτά σκοινιά μου, τον ύπνο τους γυρεύοντας, έσταζαν οι πνιγμένοι!

Όσο για μένα... ένα σκαρί που χάθηκε μες στα μαλλιά των κάβων και το τίναξε κουβάρι σ’ έναν ουρανό δίχως πουλιά ο τυφώνας, εγώ που καν το πτώμα μου -πνιγμένο από το αρμυρό μεθύσι- δεν θα ψάρευαν οι Αμερικάνοι ναυτικοί κι οι Τεύτονες ψαράδες•

Εγώ που ελεύθερο άχνισα μενεξεδένια αχλή και τρύπησα τον πορφυρό ορίζοντα σαν τοίχο, ζαχαρωτά που οι καλοί λατρεύουν ποιητές και μύξες του απέραντου γαλάζιου, τροπικές λειχήνες φορτωμένο•

Κι ηλεκτρικοί ημισέληνοι με χάραξαν: ένα τρελό σανίδι, που παράδερνε με μόνη συντροφιά κατάμαυρους ιππόκαμπους, όταν ροπαλοφόρος ο Ιούλιος παράσπρωχνε το άνω γαλανό σε πύρινες χοάνες•

Εγώ, με τρόμο που ένοιωσα -πενήντα λεύγες το πολύ πιο πέρα- να ωρύονται από λαγνεία οι Βεεμώθ κι οι σκοτεινές ρουφήχτρες, αιώνιος κλωθογυριστής του ασάλευτου γαλάζιου νοστάλγησα των γηραιών στηθαίων την Ευρώπη!


Ναι• είδα τ’ αρχιπέλαγα των άστρων! Τα νησιά, που οι ξέφρενοί τους ουρανοί ανοίγουν μπρος στον ναυτικό -Εκεί, μες στις απύθμενες εκείνες νύχτες χαίρεσαι την εξορία του ύπνου σου, σμήνος χρυσό απροσμέτρητο, του μέλλοντος ω Σφρίγος;


Όμως -αλήθεια!- έκλαψα πολύ, πάρα πολύ. Είναι μια θλίψη κάθε αυγή, μια φρίκη το φεγγάρι, κι είναι ο ήλιος σαν πικρός. Με λήθαργους μεθυστικούς με μούλιασε του έρωτα η γύμνια η κοφτερή. Σκίσε καρίνα μου, άνοιξε, να φύγω στα βαθιά!

Η Ευρώπη! Αν έχει ένα νερό που τόσο λαχταρώ, είναι μια γούρνα δροσερή, μια γούρνα σκοτεινή που, όταν σκορπούν του δειλινού τα μύρα, ένα παιδί γεμάτο θλίψη κάθεται στα πόδια της κι αφήνει ένα καράβι τρυφερό σαν πεταλούδα του Μαγιού.

Ω, κύματα! Στη λήθη σας τόσον καιρό λουσμένο, δεν γίνεται ν’ αφρίσω πια του μπαμπακιού το δρόμο• των σημαιών, των παρασείων το θράσος να διασχίσω και τις μαούνες, -τα φρικτά μάτια τους- να πλευρίσω.


[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γιώργος Μπλάνας]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου