Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΡΟΜΠΕΡ ΝΤΕΣΝΟΣ

ΤΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν φυσικά τα επτά θαύματα του κόσμου και το μεγαλείο και το τραγικό και η γοητεία.
Τα δάση εκεί σκοντάφτουν συγκεχυμένα με πλάσματα απ’ το θρύλο κρυμμένα μέσα στ’ άβατα.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα υπάρχει το βήμα του περιπατητή και το βήμα του δολοφόνου και το βήμα του αστυφύλακα και το φως του φαναριού του δρόμου και το φως του φαναριού του ρακοσυλλέκτη.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα περνούν τα τρένα και τα καράβια και η οπτασία των τόπων που .έχουν πάντα μέρα. Οι τελευταίες πνοές απ’ το λυκόφως και τα πρώτα ρίγη της αυγής.
Υπάρχεις εσύ.
Ένας σκoπός από πιάνο, ένας πάταγος φωνών.
Μια πόρτα χτυπά. Ένα ρολόι.
Και όχι μόνο τα όντα και τα πράγματα και οι θόρυβοι απ’τ’άψυχα
Μα ακόμα κι εγώ που διώκομαι και χωρίς σταματημό ξεπερνιέμαι.
Υπάρχεις εσύ η σφαγιασμένη, εσύ που περιμένω.
Καμιά φορά ξένες μορφές γεννιούνται στις στιγμές του ύπνου κι εξαφανίζονται.
Όταν κλείνω τα μάτια, ανθίσματα φωσφορικά εμφανίζονται και μαραίνονται και ξαναγεννιούνται σαν εύσαρκα πυροτεχνήματα.
Χώρες άγνωστες που τις διατρέχω με συντροφιά μου πλάσματα.
Υπάρχεις σίγουρα εσύ, ω όμορφη κι εχέμυθη κατασκοπίνα.
Και η χειροπιαστή ψυχή του εύρους.
Και τα αρώματα του ουρανού και τα αστέρια και το τραγούδι του κόκκορα εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια και η κραυγή του παγωνιού μέσα σε πάρκα φλεγόμενα και φιλιά.
Χέρια που σφίγγονται σκυθρωπά μέσα σ’ένα χλωμό φως και άξονες τροχών που τρίζουν πάνω σε τρομαγμένους δρόμους.
Υπάρχεις εσύ ασφαλώς που δε σε γνωρίζω, που σε γνωρίζω αντίθετα.
Αλλά, παρούσα στα όνειρά μου, επιμένεις ν’αφήνεσαι να σε μαντεύω χωρίς να εμφανίζεσαι.
Εσύ που παραμένεις άπιαστη μες στην πραγματικότητα και μέσα στο όνειρο.
Εσύ που μου ανήκεις από τη θέληση μου να σε κατέχω μέσα στην αυταπάτη αλλά δεν πλησιάζεις το πρόσωπό σου στο δικό μου στα μάτια μου που είναι το ίδιο κλειστά στο όνειρο και στην πραγματικότητα.
Εσύ που είσαι η βάση των ονείρων μου και τραντάζεις το πνεύμα μου το γεμάτο μεταμορφώσεις και μου αφήνεις το γάντι σου όταν σου φιλώ το χέρι.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τα άστρα και η σκοτεινή κίνηση της θάλασσας, ποτάμια, δάση, πολιτείες, χορτάρια, πνευμόνια εκατομμυρίων όντων.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τα θαύματα του κόσμου.
Μέσα στη νύχτα δεν υπάρχουν φύλακες άγγελοι, όμως υπάρχει ο ύπνος.
Μέσα στη νύχτα υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη μέρα το ίδιο.

Σ’ ΕΧΩ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΕΙ
Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί που χάνεις την πραγματικότητά σου.
Υπάρχει ακόμα χρόνος να προφτάσω αυτό το ζωντανό κορμί και να φιλήσω σ’ αυτό το στόμα τη γέννηση της φωνής που μου είναι τόσο αγαπητή;
Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί που τα μπράτσα μου συνηθισμένα απ’ το αγκάλιασμα του ίσκιου σου, να σταυρώνονται πάνω στο στήθος μου, μπορεί να μην υποταχτούν στο περίγραμμα του κορμιού σου.
Και μπρος στην αληθινή όψη αυτού που με κατέχει και με κυβερνά εδώ και μέρες και χρόνια θα γινόμουν σίγουρα μια σκιά.
Ω αισθηματικές ταλαντεύσεις.
Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί που σίγουρα δεν υπάρχει πια χρόνος για να ξυπνήσω. Κοιμάμαι όρθιος, το κορμί μου εκτεθειμένο σ’όλες τις όψεις της ζωής και του έρωτα κι εσύ η μόνη που μετράς για μένα σήμερα, θα μπορούσα τουλάχιστον ν’ ακουμπήσω το μέτωπο και τα χείλια σου σαν τα πρώτα χείλια που φτάσαν και σαν το πρώτο μέτωπο.
Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί, σ’ έχω τόσο βαδίσει,σ’ έχω τόσο πολύ μιλήσει, ξαπλώσει με το φάντασμά σου που ίσως δε μου μένει πια παρά να είμαι φάντασμα ανάμεσα στα φαντάσματα και πιο σκιά εκατό φορές πιο πολύ κι απ’ τη σκιά που περπατά κι όλο θα περπατά χαρούμενη πάνω στο ηλιακό ρολόι της ζωής σου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
Xτυπιέμαι με μανία ενάντια σε μπουκάλια και σε ζώα.
Εδώ και λίγο χρόνο περίπου δέκα ώρες πέρασαν η μια μετά την άλλη.
Η όμορφη κολυμβήτρια που φοβόταν το κοράλλι ξύπνησε αυτό το πρωινό.
Το κοράλλι στεφανωμένο με πρίνους χτυπά την πόρτα της.
Αχ! Το κάρβουνο ξανά πάντα το κάρβουνο.
Σε ικετεύω κάρβουνο σοφέ κηδεμόνα του ονείρου και της μοναξιάς μου άφησέ με άφησέ με να μιλήσω ξανά με την όμορφη κολυμβήτρια που φοβόταν το κοράλλι.
Μην τυραννάς πια αυτό το γοητευτικό θέμα των ονείρων μου.
Η όμορφη κολυμβήτρια ξεκουραζόταν πάνω σ’ ένα κρεβάτι από δαντέλες και πουλιά.
Τα ρούχα πάνω σε μια καρέκλα στου κρεβατιού το πόδι ήτανε φωτισμένα με λάμψεις απ’ τις τελευταίες λάμψεις πού ‘βγαζε το κάρβουνο.
Κι αυτό φερμένο απ’ τα βάθη του ουρανού και της γης και της θάλασσας ήταν περήφανο για το ράμφος του από κοράλλι και για τα μεγάλα μεταξένια του φτερά.
Όλη νύχτα είχε λάβει μέρος σε διάφορες κηδείες σε νεκροταφεία στα προάστια
Είχε παραστεί σε χορούς μες σε πρεσβείες διαπρέποντας με το αποτύπωμά του ένα φύλλο από φτέρη άσπρων βελουδένιων φουστανιών.
Ορθώθηκε τρομαχτικό στην πλώρη καραβιών και τα καράβια δεν ξαναγύρισαν.
Τώρα ζαρωμένο μέσα στην εστία παραφύλαγε το ξύπνημα του αφρού και το τραγούδι της χύτρας.
Το ηχηρό του βάδισμα ενόχλησε την ησυχία τις νύχτες μέσα σε δρόμους με εύηχα λιθόστρωτα.
Κάρβουνο εύηχο κάρβουνο αφέντη του ονείρου κάρβουνο.
Αχ πες μου πού είναι εκείνη η όμορφη κολυμβήτρια εκείνη η κολυμβήτρια που φοβόταν το κοράλλι;
Αλλά η κολυμβήτρια αυτή η ίδια αποκοιμήθηκε.
Και βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τη φωτιά κι όλη τη νύχτα θα μείνω ρωτώντας το κάρβουνο με τα ερεβώδη φτερά που επιμένει να προβάλλει πάνω στο μονότονο δρόμο μου τη σκιά των καπνών του και την τρομαχτική αντανάκλαση της χόβολης του.
Κάρβουνο εύηχο κάρβουνο άσπλαχνο κάρβουνο.

ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Γλιστρώντας μέσα στη σκιά σου με τη βοήθεια της νύχτας.
Ακολουθώντας τα βήματά σου, η σκιά σου στο παράθυρο.
Αυτή η σκιά στο παράθυρο είναι δικιά σου, δεν είναι κάποιας άλλης, είσαι εσύ.
Μην ανοίγεις αυτό το παράθυρο, αυτό το παράθυρο που κουνιέσαι πίσω απ’ τις κουρτίνες του.
Κλείσε τα μάτια.
Θά’ θελα να στα κλείσω με τα χείλια μου.
Αλλά το παράθυρο ανοίγει κι ο αέρας, ο αέρας που κουνά παράξενα την φλόγα και τη σημαία κυκλώνει τη φυγή μου με το παλτό του.
Ανοίγει το παράθυρο ανοίγει κι ο αέρας, ο αέρας που κουνά παράξενα τη φλόγα και τη σημαία κυκλώνει τη φυγή μου με το παλτό του.
Ανοίγει το παράθυρο: δεν είσαι εσύ.
Το γνώριζα καλά.


(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

''Κοινοτοπίες! Κοινοτοπίες! Ιδού λοιπόν το ύφος το αισθησιακό! Να τη λοιπόν η χορταστική πρόζα. Μακριά είναι το στόμα από την πένα. Έσο λοιπόν παράλογο, μυθιστόρημα όπου θέλω αλαζονικά να φυλακίσω τις λεβέντικες φιλοδοξίες μου στον έρωτα, έσο ανεπαρκές, έσο πτωχό, έσο απογοητευτικό. Νιώθω το στήθος μου να φουσκώνει στο ζύγωμα της λεγάμενης. Θα κάνω έρωτα μπροστά σε τριακόσια άτομα, ατάραχος, μέχρι αυτού του σημείου έχουν πάψει να με ενδιαφέρουν οι γύρω μου. Έσο τετριμμένος, αφήγημα πολύκροτο. Εξακολουθώ να πιστεύω στο θαυμαστό του έρωτα, πιστεύω στην πραγματικότητα των ονείρων, πιστεύω στις ηρωίδες της νύχτα, στις ωραίες της νύχτας που τρυπώνουν στις καρδιές και στα κρεβάτια. Δείτε, δίνω τους καρπούς μου στις εύθραυστες χειροπέδες της εκλεκτής γυναίκας, χειροπέδες ατσάλινες, χειροπέδες σάρκινες, μοιραίες χειροπέδες. Νεαρέ κατάδικε, είναι καιρός να βάλουμε έναν αριθμό στο σαγιάκι σου και να δέσουμε στον αστράγαλό σου τη βαριά μπάλα των διαδοχικών ερώτων.''

''Ας μη σκεφτεί κανείς ότι η δουλειά του λογιστή και του ποιητή αφήνουν τελικά τα ίδια στίγματα στο χαρτί, κι ότι μόνο το διορατικό μάτι των τυχοδιωκτών της σκέψης είναι ικανό να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ των αράδων χωρίς μυστήριο του πρώτου και της σολομωνικής του δευτέρου, της προφητικής και ίσως θείας, εν αγνοία του, γιατί οι πανούκλες είναι φοβερές δεν είναι παρά θύελλες καρδιών αλληλοσυγκρουόμενων και είναι δέον να τις αντιμετωπίζουμε με ατομικές φιλοδοξίες και πνεύμα αποδεσμευμένο από την ηλίθια ελπίδα της μετατροπής του χαρτιού σε καθρέφτη χάρη σε μια γραφή μαγική και αποτελεσματική''.

''Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου η λογική των πράξεών μας μάς προκύπτει με όλη της την αδυναμία. Ανασαίνω, κοιτάζω, δεν μπορώ να ορίσω στις σκέψεις μου μια παλαίστρα. Επιμένουν να χαράσσουν διασταυρούμενα αυλάκια. Πώς θέλετε το στάρι, κύρια έγνοια ανθρώπων που περιφρονώ, να βλαστήσει εκεί;''. ''Τί κάνουμε όταν είμαστε τρεις; Γδυνόμαστε''.

''Αίνιγμα. Τί είναι αυτό που ανεβαίνει πιο ψηλά από τον ήλιο και κατεβαίνει πιο χαμηλά

από τη φωτιά, που είναι πιο ρευστό από τον άνεμο και πιο σκληρό από το γρανίτη; Χωρίς να σκεφτεί, η Ζαν-Ουράνιο Τόξο απαντάει: -Μια μπουκάλα. -Γιατί; ρωτάει η σφίγγα. -Γιατί έτσι θέλω. -Καλώς, μπορείς να περάσεις, Οιδίπους ιδέα και τομάρι.''

''Καλλιεργείτε λοιπόν τις αισθήσεις σας είτε για την υπέρτατη ευδαιμονία είτε για την υπέρτατη φουρτούνα, ζηλευτές κι οι δύο καθόσον υπέρτατες και στη διάθεσή σας.''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου