Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΑ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ
Έχουν αρχίσει να με κυκλώνουν επικύνδινα οι ώρες.
Ακούω τα φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ανήσυχα χορικά.
Πρέπει να ζήσω τις αντίστροφες δυνάμεις.
Ω καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!

ΒΑΘΜΙΔΕΣ

1.
Ήτανε όλο το πρωϊ σημαιοστολισμένο
και τραγουδούσα.
Ολοένα έρχονται πια
σαν απο ανώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια να βρώ την αίθουσα
πρέπει να μιλήσω σε τόσους
φίλους με τα αιώνια τώρα μάτια.
Κινείται ο δρόμος προς το μεσημέρι.

2.
Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ' το τζάμι
να σας απειλεί
μ' ένα μαχαίρι σιωπή
που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει-
θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό
σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.

3.
Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τον έρωτα κ' εκείνα τα όνειρα
έλα στην κάτω γειτονιά και πές: Κορόνα γράμματα
εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς.
Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό
για πάντα πέφτει ο καρπός απ' το δέντρο.
Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος
να τραβήξεις.
Ό,τι να σε καλέσει
δεν είναι για επιστροφή
τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός
είναι μέσ' στο παιχνίδι.
Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν
σφάξε τη μια ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη.
Κορόνα γράμματα να παίξεις
τις ώρες και τα χρόνια
μόνος με τον έρημο αντίπαλο

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΑΓΝΟΗΜΑΤΩΝ

Μια συμφορά τυλίγεται στο δέντρο.
Όλοι οι αδικούμενοι δέντρα είναι
αν το προτίμησαν αυτό, μονάχα ν' αδικούνται.
Η συμφορά με γήινο χρώμα
τυλίγεται στο δέντρο.
Ω δύναμη της ζωής
λιώσε της συμφοράς το κεφάλι.


ΓΑΛΑΖΙΑ ΣΠΛΑΧΝΑ

Κάτοικε του ονείρου
μαζεύω τη φωνή μου απο κάθε άκρη
και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων
κ' εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχο
όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
για τη μεγάλη αποκάλυψη
ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:
Την θέλω εγώ την απελπισία μου
δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη
έχασα.
Μα χάνουν και τ' άνθη
τ' άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο...
Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου
δε θέλω πια ν' αγγίξω τα χρώματά του
κλείνω τα μάτια μου για να δώ.
Είναι η φωνή που με διασχίζει
κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα
χίλιες φορές.
Είναι η φωνή απο ένα βάθος:
Για πάντα να μην έχεις
τίποτα για τ' αληθινά χέρια
μονάχος
ανήμπορος εκστατικός
σ' αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερολέπτου
που παραδίδεται ο κόσμος.


ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στ' όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κ' η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλoύ σαν ειδοποίηση
με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ' αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.



ΝΕΟΤΕΡΟΣ

[...] Αισθάνομαι μόνος
αφού δεν έχει δεύτερη ζωή ν' αλλάξουμε
και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο.
Σύντροφε ουρανέ
άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια
κοιτάζω το σώμα βρίσκω τ' όνειρο
πάει κ' η αγάπη
χάνεται
σαν το νερό στην πέτρα.
Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τ' ασημένια φύλλα;
Μέσ' στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι

ΕΝΑ ΕΡΗΜΟ ΑΝΘΟΣ

Βαθύτερο απ' την αγάπη και την ταραχή
που φέρνει μεσ' στο στήθος η επιθυμία
ζει στο θαλάσσιο βράχο εν' άνθος ολομόναχο.
Ποια φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σαν να δείχνει
την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα...
Είναι βγαλμένο στους κινδύνους της χαράς
αμέριμνο σαν ιδέα.


Καρούζος Nίκος

Εικόνα

Πώς δοκιμάζουν τα όργανα οι μουσικοί πριν από έναρξη συναυλίας
έτσι κι εγώ τώρα χειριζόμενος λέξεις

ευαισθητισμός ευαισθησία αισθητισμός
ευαισθησία και αισθητής το ευαίσθητον
ευαισθησιακός ευαισθησιάζομαι ευαισθησιασμός
ευ και αισθητικός και αισθησιακός
αισθαντικός ίσως
αισθ-ίσως αισθαν-ίσως
αισθ-αδελφέ μου και Eσθήρ απ' τη Bίβλο

αρχίζει με χειροκροτήματα το ποίημα.


Καρούζος Nίκος

Πέντε Ποιήματα μέσ' το Σκοτάδι. Εικόνα

Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας.
Πάντα ο δρόμος μέσ' στα μάτια του
κ' η λάμψη απ' τη φωτιά
που καταλύει
τη νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στα χέρια του κλαδί από ελιά
γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά
αισθάνεται
πως όλα χάθηκαν.
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.
₼νθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον ₼νοιξη
τον κλώθει ο θάνατος.

Καρούζος Nίκος

Η Συντομία του Ονείρου

Tρέχει μέσ' στα χαράματα το ελάφι
που είναι η χαρά μου τόσος αντίλαλος
εδώ που κατοικώ
ένα πουλί από καπνό ανέρχεται στο ξημέρωμα.
Iδού ο Tρέχων
έχει σφάξει το αρνί στις πηγές των υδάτων.
Θριαμβική νεφέλη όχημα παλαιό ιδού ο Tρέχων
και το σύρουν
άλογα τρυπημένα στα λάμποντα πλευρά.
Mέσα στο όχημα βρίσκομαι και πηγαίνω
προς τον άγνωστο προορισμό μου.


Νίκος Καρούζος
Απολέλυσαι της ασθενείας σου
Νηστεύει η ψυχή μου από πάθη
και το σώμα μου ολόκληρο την ακολουθεί.
Οι απαραίτητες μόνο επιθυμίες -
και το κρανίο μου ολημερίς χώρος μετανοίας
όπου η προσευχή παίρνει το σχήμα θόλου.

Κύριε, ανήκα στους εχθρούς σου.
Συ εισαι όμως τώρα που δροσίζεις
το μέτωπό μου ως γλυκύτατη αύρα.
Εβαλες μέσα μου πένθος χαρωπό
και γύρω μου
όλα πια ζουν και λάμπουν.
Σηκώνεις την πέτρα - και το φίδι
φεύγει και χάνεται.
Απ' τήν ανατολή ως το βασίλεμμα του ήλιου
θυμάμαι πως είχες κάποτε σάρκα και οστά για μένα.
Η νύχτα καθώς την πρόσταξες απαλά με σκεπάζει
κι ο ύπνος - που άλλοτε έλεγα πως ο μανδύας του
με χίλια σκοτάδια είναι καμωμένος,
ο μικρός λυτρωτής, όπως άλλοτε έλεγα -
με παραδίδει ταπεινά στα χέρια σου...
Με τη χάρη σου ζω την πρώτη λύτρωσή μου.

Αίφνης
Αυτό που λέμε όνειρο δεν είν’ όνειρο
που η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο που αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δεν παραγνώρισε το θήραμα
και η πάπια δεν έπαψε να πιπιλίζει τη λάσπη•
το χταπόδι βγαίνει απ’ το ρηχό θαλάμι του με γαλαζόπετρα
στα ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.
ΕΙΣΟΔΟΣ

ΕΊναι μια θύρα στα μάτια κάθε νεκρού
με καίει τρόμος απ' την ηλικία
των λουλουδιών έτσι γρήγορα που φεύγουν
έτσι γρήγορα είναι μια θύρα βαμμένη με τη σιωπή
κι ο θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ' αηδόνι μαύρος κόρακας και θέλει τη φωνή του
μα δεν έχει γλώσσα η δεύτερη ζωή μας. Καλή νύχτα,
που λέει ο θεατρίνος ή ο ψευδοσκότεινος, δεν υπάρχει
κι ούτε νύχτα κακή κι ακόμη ούτε νύχτα
είναι μονάχα το Δεν το Μη και τ' Οχι σαν καρπός
του δέντρου με τ' όνομα Εγώ και τ' άλλο τ' όνομα Ταζιδεύω
κι όλα τα λόγια μας εδώ
φενάκη κ' εσωτερικά τηλέφωνα
είναι μια θύρα φοβερή
γι' αυτό κρατούμε τουφέκι το τραγούδι:
Μια θύρα, θύρα η γκρέμιση
το σάλιο του χελιδονιού που φτιάχνει με τα φρύγανα
στα δέντρα ουράνιες φωλιές.
Και χωρίζουμε σε φως και σκοτάδι το Ενα.
Χωρίζουμε τον Οδυρμό σε τύφλωση και θυσία.


ΡΩΓΜΕΣ

Πάλι στους δρόμους οπού ζήσαμε την προσωπίδα
κόκκινη με σταλαγματιές χρυσου
τέτοια περιπέτεια τέτοια ωραία ελπίδα
μεσ στις συνέχειες των ονείρων έχω τον αμνό
δεν πιστεύω στα ποτάμια ολοένα τρέχουν
δεν πιστεύω στα φύλλα ολοένα πέφτουν
είναι θεία ένδον αιθάλη π' αλλάζει τις οράσεις
κι ο θάνατος βαθαίνει την τέφρα.


Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ ΜΑΣ

Οταν ζεραθεί το χαμομήλι στον καλύτερο ήλιο της χρονιάς
έρχονται βράδια να γυρέψει από δαύτο κι ο φτωχός κι ο πλούσιος
κι όπως κυλάει ζεστό μέσα μας και βάλσαμο
κ' ευωδιάζουν τα σπλάχνα κι αρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αίσθημα φαγωμένης πεταλούδας με τα
χνούδια της
ένα τίποτα ένα χορτάρι φέρνοντας όλη την ειρήνη
έτσι κι ο Ιησούς ένα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα η μέσα φλόγα που λιώνει την αφή
κι ο Θεός γυμνοπόδης εν' αρνί στον αέρα
ψηλά στο δέντρο της βυσσινιάς το καιόμενο πέρα στη δύση.
Α τι φριχτό που είναι το νερό ένα τίποτα κι ο αόρατος
μας έτυχε καθώς το μαχαίρι στο λαίμο του κόκορα.

Νεολιθική Νυχτωδία Στην Κρονστάνδη



Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .

( Να ιδούμε αν η ₼νοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας . )

Ένας ναύτης : Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια ;
Ένας άλλος ναύτης : Τι θέλεις να πεις ; Δεν κατάλαβα .

μουχλιάζει το τηλέφωνο , ευδαιμονία

..............

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .

- Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
- Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .

.............
- Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά ; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα .

...........

Δούλα του φωτός πεταλούδα , φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια !
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας .
Κ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης .
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα .
Δεν πιάνουν τα φρένα ,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .

................

Η ₼ννα ( που πλησιάζει ) : Τι νέα έχουμε απ την πραγματικότητα ;
......
Νικολάι : Φοβάμαι , σύντροφε . Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα .

- Πανάκριβα ραφτικά .
.............
- Ουτοπία .
- Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος .
- Βροχές μανάδες ... ₼ραχλε !

Να και ο τρισάθλιος ήλιος . Μια χλεμπόνα
στ ουρανού το κατεστημένο .
..............
- Με σφίγγει μια αλήθεια , της παραδίνομαι . Με σφίγγει μια
άλλη , κι αυτηνής της παραδίνομαι . Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα . Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι .

- Παραδέρνεις . Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής , εκκένωση τραγωδίας . Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις . Αμφί και ρέπω , όχι !

- Χρεμετίζεις φαντασία.

[ Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα !
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα .
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα .
Θα γαλαζώσει πάλι .

- Μα είναι κι ο άλλος έρωτας , ο γενετήσιος .

- Τι να σου κάνει αυτός . Αν θέλεις , βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου .

.....................

Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς , αλητεία .
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία .
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία .
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία .
Δεν αναμέτρησα κινδύνους , αποτεφρώθηκα .
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου .

...............................

Είτε στον ύπνο ( παξ ) είτε στην εγρήγορση ( κοάξ ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος .

..............

Θρομβώδη φυλλώματα , συνεσθίομαι
μαζί με τ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος .
............

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν .
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια .
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη .
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης .


- Θρησκευτική υπόθεση . Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας . Ανακρούεται επιστήμη ,
κουκιά μετρημένα . Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα .
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .

...............
- Τι εστί λάμψη ;

- Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας ;

--------------------

- Ξέχειλα τα οράματά μας . Εμπλουτισμένοι αθανασία .
- Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι .

[ Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη . Στην πιο περήφανη γεωγραφία ]

....................

Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο .
Θα τανε πέρσι .
Ρεμβώδη νοήματα , τυραγνία του βήχα , σκελετός από μέσα .....
...........

[ Βραδυάζει στο κείμενο . Η κατακρήμνιση του απογεύματος : ωριμότητα . ]

- Αν έλιωνε ο πάγος , αν τους προλάβαινε η ₼νοιξη ...

........δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας .
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ ασπράδι .

.....................

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος .
Εδώ επιμένουμε όλοι .

- ₼ννα , τι συμβαίνει ;

- ₼ρχισε η επίθεση .

- ₼ννα , έχε γεια , θα πεθάνουμε .

- Νικολάι , σ αγαπούσα ολόκληρη .

- Μιαν άλλη φορά , θα ξαναγίνει , ₼ννα

.................................


διεδίδοτο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν -


KRONSTADT


ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ ΛΑΒΔΑΝΟ
Μέσα στη βενζινέρημο ξεράθηκε κι ο πονος -
η αγάπη στο τασάκι` πολιτικό κιγκλίδωμα...
Ποιά φρίκη είν' το φώς πού μ' έχει άρπάξει
κι ο αμφίβραχυς!
Κλαίει κι αναδακρυώνει ο χαλασμός ονόματι
όραση
κ' είναι σαλόνι η ματιά μου σ' αυτό τ' αλώνι
το φαρδύ του φεγγαριού
με αργυρόχροα ταμένα στην απόγνωση
χωρίς τη γλώσσα-μέγαιρα να διαγουμίζει λήθη
μέσ' απ' της μνήμης τη φορμόλη.
Θαυματουργός τη θεωρία του τροχού σας τη δασκάλεψα
τα ασθητήρια μαστίζοντας
αγχιθανής αγχίθεος αγχινεφής κι αεροβάτης μόνος
ο ήλιος είναι το πάγιο προσθέτει η δασύτριχη σελήνη.
Δεν παίζω σοβαρότητα κι αναδεύω φυσικοχημικά
συμπεράσματα
τρελόσωστος: οπτική ευφυία ο σερίφης ανόλβιος
ασπάζομαι τη γη με γοερές μου γονυκλισίες ανώφελος
εγώ ανταλλάσσω πυρά μονάχα με το θάνατο -
καταλαβαίνεις;
Οταν ξεμέθαγα τις αλκοολικές βελόνες απ' τα τρυπήματα
η ψυχανάλυση του άγιου μαδούσε τη λάμψη του καθρέφτη
το σώμα σου αποπλέει ωσάν χάρτινο με ξεφλουδίσματα
χρόνου
από χρυσίζουσα οχιά το πεπρωμένο σου δεν εκκολάφτηκε
κι αποπλέει το σώμα σου
κρατώντας ηχητικά χάμουρα
στα θηλυκά ερείπια του Ηρώδειου όπως αιφνίδια
μου φάνηκε πως έπιασε φωτιά
η άρπα.
Ξημερώνει μέ ατμώδη βουνά μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα
χαρτορίχτρες
απεχθαίρω τη στύση μου μελάτη
κι ω Θεέ μου ας μπόρηγα νάμπαινα κάποτε για πάντα
στον ύπνο.


ΤΙ ΕΙΠΑ ΚΑΠΟΤΕ Σ'ΕΝΑΝ ΙΠΤΑΜΕΝΟ
Σαν αφαιρέσεις από τον ήλιο την λαίμαργη αστρονομία
δεν είναι πιότερος από μιά πυγολαμπίδα που διαστέλλει
την κίνηση μέσ' στο άναυδο σκοτάδι.
Δεν έχει πόσιμη σημασία να σταλάξουμε
τσιγγούνικες αλήθειες και σταγονίδια βεβαιότητας
δεν έχει ούτε μιά πρωτοτυπία η ξεμυαλίστρα η εξυπνάδα
πρωτότυπος είναι εκείνος που δικάζει τις λέξεις
εκείνος που βάζει ποινές ολοένα στα δάχτυλά του
την ώρα που σέρνουν έρημα την άλαλη πένα.
Δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα.
Μίλησα κι άλλοτε γι'αυτά τα χαρτόνια.
Οι σκοτεινοί μας σύντροφοι: οι άκρες και τα μάκρη
με του κύκλου τ'άγρια δώρα μας κοροιδεύουν.
Εχοντας πιά ξεπέσει ο γέροντας Ευκλείδης
ειν' απόβλητο το μήκος ως πράξη του σύμπαντος
και το ύψος ανεύρετη μελωδία στα πλάτη...
Τράβηξα την σκονισμένη αιωνιότητα σαν κουρτίνα
με τόση ευκολία και τά'χασα βλέποντας
το λάγνο τίποτα της αναφρόδιτης καμπύλης!
Ο άγγελος τότε του έαρος μου φώναξε:-Μη στενεύεις,
αγίαζε μονάχα,μη σκοπεύεις,κι απ'το μειλίχιο
δαιμόνιο της αγάπης πιο περ' ακόμη τράβα κι ας είπες
θα κομματιάσω τον κόσμο για να ματιάσω
τη δύναμη της αλήθειας.
Ελα, λυτρώσου τώρα κι απ' του ερωτήματος την έλλειψη
να γίνεις ομορφότερος να μείνεις όντως μόνος...
[Χορταριασμένα Χάσματα,1974]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου