Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Vladimir Mayakovsky

1894-1930

ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ

ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ
( Α π ο σ π ά σ μ α τ α )

Σ' εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.


Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί !..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Ομως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;

Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ' εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα - ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

Θέλετε-
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θάμαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ι
Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Εγινε.
Εγινε στην Οντέσσα.
"Θάρθω στις τέσσερις", είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ' το παράθυρο
μες στ' ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο

δεκεμβριανό.
Πίσω απ' την ξαχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ' τον κεραυνό
των παυλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Επεσε κ' η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ' το ικρίωμα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα "πάρ' το"
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ' είπες:
" Ξέρετε-
παντρεύομαι".
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε - τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ' ένα σπίτι καμμένο
ζούνε καμμιά φορά άστεγοι αλήτες.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πια που ν' απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ' ένα αστείο
που φτύνει απ' το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ' τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό - μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στερνή κραυγή-
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ΄ τη φλόγα που σε καίει,
ν' αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!
ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ' όλα που έχουν γίνει
βάζω "μηδέν"
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει μα τι να μιλήσει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε τον δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δύο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
"τσογλάνι",
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
"ψωμί".

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ' αναφυλλητά
λακήσαν απ' το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεκτα τα τσουλούφια τους.

"Πως με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;"

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά και ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμεις
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα και ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ' το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ' οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Ομήρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ' την καπνιά.

Εμείς,
ο καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
Διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ' τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ' ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ' είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαγματιά του νέφους των δακρύων
χω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ' έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαριά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοια έχετε:
"είναι τάχα ο χορός μου κομψός;"
κοιτάχτε πως διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.


Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Ολα πια είναι μιά τρέλλα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μαρία, Μαρία, Μαρία,
Ασε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις -
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
- πάλι -
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ' το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Ανοιξε. Πονάω.
Βλέπεις -
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ' όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Εϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.


1915 -1916


Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.


Ο Ανθρωπος

Ο εξυγιαίνων τον κόσμο, ο θεραπεύων τας αμαρτίας πάσας,
ο ήλιος, έχει αποθέσει την παλάμη του στην κεφαλή μου.
Η ευσεβεστέρα των καλογραιών, η νύχτα, έχει καλύψει με το
πέπλο της τους ώμους μου.
Ασπάζομαι το χιλιοσέλιδο Ευαγγέλιο του έρωτά μου.
Στον έρωτα ανυψώνω την οδυνηρή και ηχηρή δέησή μου,
η ψυχή μου
μιαν άλλην έλευση αναμένει
ακούω
γη, το
"Νυν απολύεις!" σου.

Στην κιβωτό της νύχτας
καινούριος Νώε
περιμένω
το σκοτεινότριχο περιβλημένος κύμα
ότι θαρθούν
να με ζητήσουν
ότι θα κόψει η αυγή με τις ρομφαίες της
τον γήινο λώρο.
Έρχεται
Έφτασε
Νάτην ξεδιπλωμένη
Οι ακτίνες της παντού
Αποκαθαίρουν
Οι βόστρυχοι των ακτίνων τραγουδούν
και οι μέρες ήρεμα γλιστρούν εκεί
μ όλο το κέλυφος της ταραχής τους.

Α, ο ήλιος πάλι.

Καλεί τους λοχαγούς του της φωτιάς.
Η αυγή χτυπάει το τύμπανο.
Εμπρός,
ενάντια στην επίγεια τούτη λάσπη
Ήλιε!
Θα λησμονήσεις
τον εξάγγελό σου;


* Η γέννηση του Μαγιακόβσκη

Οι ηλίθιοι ιστορικοί, ενθαρρυμένοι από τους σύγχρονους,
ας γράψουν αν θέλουν: "Αυτός ο αξιοσημείωτος ποιητής έζησε
μιαν ανιαρή ζωή, χωρίς ενδιαφέρον."
Ξέρω
πως οι αμαρτωλοί
βογκώντας μες στην κόλαση
δεν θα επικαλεστούνε το όνομά μου.
Στων ιερέων τα χειροκροτήματα
η αυλαία μου δε θα πέσει μπρος στο Γολγοθά.
Θα πάω απλά-απλά
να πάρω τον καφέ μου
στο Θερινό Κήπο.

..................................

Τέλος
για να μπορώ
να μεταμορφώνω σε θέρος
τους χειμώνες
και το νερό σε κρασί
κάτω από το τρίχωμα του γιλέκου μου
πάλλει
μια εξαίσια μικρή σφαίρα.
Χτυπάει δεξιά; -ένας γάμος
Χτυπάει αριστερά; -ρίγη αντικατοπτρισμών.
Τι άλλο ακόμη
να στρώσω χάμω για τον έρωτα;
Ποιος θάρθει να ξαπλώσει
μεθυσμένος
φορώντας ένα προσωπείο νύχτας;

* Η ζωή του Μαγιακόβσκη

Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημενινό ζυγό μου.
Καβάλλα
πάνω στο μυαλό μου
"Ο Νόμος" έχει θρονιαστεί.
Μια αλυσσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
" Η Θρησκεία "

Πέρασε πια η μισή ζωή, αδύνατο να το αποφύγεις.
Παντού οι φανοστάτες σε κατασκοπεύουν μ αναρίθμητα μάτια.
Είμαι φυλακισμένος.
Δε μπορεί τίποτα να μ απελευθερώσει.
Η γη η καταραμένη με κρατάει στα σίδερα της.
Όλους σας να σας λούσει ο έρωτας μου θάφτανε
όμως τα σπίτια περιφράζουν τον ωκεανό του.

Φωνάζω
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος
Ο μορφασμός του δεσμοφύλακα.
Μου πετάει
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας.

Καγχάζουν
κι εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσσοδεμένη.

...............................

Τον χρυσό μόσχο των αυτοκρατοριών κλονίζουνε οι επαναστάσεις
το ανθρώπινο κοπάδι αλλάζει μακελάρη,
όμως εσένανε,
άρχοντα των καρδιών μη εστεμμένε
καμιά ανταρσία δε σε αγγίζει.


* Τα πάθη του Μαγιακόβσκη

Τι βλέπω;
Εσύ; Το μάτι μου πιτσιλισμένο μ αίμα.
Φλογίζεται
καθώς το κόκκινο φανάρι των μπορντέλων.
Γιατί εσύ;
Σταμάτα
Ξέρω γλυκύτερες χαρές
Το δάσος το υπεροπτικό των βλεφαρίδων της δε σάλεψε.
Στάσου
Εκείνη έχει περάσει κιόλας
Κ εκείνος, νά τονε δεσπόζοντας επάνω απ τα κεφάλια.
............................
* Η ανάληψη του Μαγιακόβσκη

Αυτά τα μάτια εξακοντίζουν βέλη.
Κάνε να σβήσει τούτο το χαμόγελο.
Η καρδιά ρέπει προς το ρεβόλβερ.
Το λαρύγγι ονειρεύεται το ξυράφι.
Σ ένα ασυνάρτητο δαιμονιακό παραλήρημα
η νοσταλγία μου μεγαλώνει.

Μ ακολουθεί
με τραβάει προς τα νερά
ή προς της στέγης την κατηφοριά.
Τριγύρω χιόνι, χιόνι.
Έφοδος χιονιού
που όλο συστρέφεται κι όλο παγώνει
και στον πάγο πάνω
πέφτει
πάλι,
ακίνητο σμαράγδι.
Όλη η ψυχή ριγεί
από τους πάγους πολιορκημένη
χωρίς καμιά διαφυγή.
..........................
Οι σκέψεις μου όλο μεγαλώνουν
μπερδεύονται
σαν κέρατα
ταράνδων.
Τα δάκρυά μου ρυπαίνουν
το χώμα
Φαρδύς-πλατύς πλαγιασμένος
εκλιπαρώ τον απωλεσμένο μου παράδεισο.


* Ο Μαγιακόβσκη στον ουρανό

Στοπ.
επάνω σ ένα σύννεφο ακουμπάω
το φορτίο
των αποσκευών μου
και του κουρασμένου σώματός μου.

Θαυμάσιος τόπος όπου φτάνω πρώτη μου φορά
Κοιτάζω ολόγυρα.
Λοιπόν
ετούτη η επιφάνεια η καλοσυγυρισμένη
ο πολυύμνητος είναι ουρανός
Θα δούμε.
................................
Η βασική αποθήκη όλων των εφικτών ακτίνων.
Το μέρος όπου ρίχνουν τα καμένα αστέρια.
Ένα παμπάλαιο σχέδιο,
δεν ξέρεις τίνος
το πρώτο, το αποτυχημένο, προσχέδιο της φάλαινας.
.................................
Απέραντη γαλήνη.
Μένω πλαγιασμένος
στα ρηχά μιας φεγγοαχτίδας
χαυνώνοντας τη συγκίνησή μου με τ όνειρο
καθώς σε μιαν ακρογιαλιά του νότου.
Νιώθω μονάχα
κάπως περισσότερο αποναρκωμένος.
Επάνω μου κυλούν,
λούζοντάς με με χάδια
οι θάλασσες της αιωνιότητας.


* Η επιστροφή του Μαγιακόβσκη

1,2,3,4,8,16, χρόνια, χιλιάδες, εκατομμύρια.

Όρθιος
Αρκεί
Κοίτα τον ήλιο
Θα μείνεις για καιρό βουβός
Ψελλίζω αγουροξυπνημένος:
"ποιος μουγκρίζει;
ποιος τολμάει να κάνει εντός μου την καρδιά μου να βομβίζει;"

Ξυπνούν λησμονημένοι πόθοι στην καρδιά μου
και το μυαλό μου
άρρωστο
χίμαιρες χτίζει.
Τώρα
πάνω στη γη, το δίχως άλλο,
όλα καινούργια θάναι.
Θάχουνε πάρει τα χωριά το βάρος τους από την άνοιξη αρωματισμένη.
Η κάθε πολιτεία το δίχως άλλο θάναι φωταγωγημένη.
Τα πάντα θάναι ένα τραγούδι μιας χαρούμενης φαμίλιας
που τα μάγουλά της λάμπουν
................................
Ξέσαρκο το κοπάδι
έχει κ εκείνο
τις μελαγχολίες του.
Αλλά η μανία του πλάνητα αντηχεί και πάλι.

Ποιος μπορεί να ξεμπλέξει το υπόγειο κουβάρι των τούνελ;
Ποιος θα τους σταματήσει εκείνους
που το αεροπλάνο τους
τρυπανίζει τη συνέχεια
που φορτίζει τον αέρα;

Και πάντοτε το ίδιο κείνο φαλακρό υποκείμενο
αόρατο, τους οδηγεί
ο μέγας του επιγείου κανκάν χοροδιδάσκαλος
άλλοτε κάτω από τη μορφή κάποιας ιδέας
άλλοτε διάβολος
άλλοτε θεός λαμποκοπώντας πίσω από τα νέφη του.


* Ο Μαγιακόβσκη στους αιώνες

Που πάω;
Γιατί;
Τρέχω προς όλα τα σημεία
ανάμεσα στο ανθρώπινο σμήνος
που βομβίζει.

Τα μάτια μου διατρέχουν τα παράθυρα-κυψέλες.
Επίπονος τούς είναι ο Ιούλιος
ξένος
απεχθής.

Η πολιτεία σβήνει τις βιτρίνες της
και τα παράθυρά της
.........................
Νεκρός από Ιούλιο.

Πυρακτωμένος, στερημένος από νύχτα.
Το παραλήρημα του σ ένα φευγαλέο μουρμούρισμα διαφεύγει.
Σε λίγο περνάει ο σταυρός ενός νοσοκομειακού αυτοκινήτου,
σε λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός.

Με το λαιμό πιασμένο στη θηλειά των ακτίνων
θα συρθώ ανάμεσα στο φλεγόμενο θέρος.
Αιώνες έρωτα
σα χειροπέδες
κουδουνίζουν στα χέρια μου

Τα πάντα θα χαθούνε,
θα εκμηδενιστούνε
κ εκείνος
που κινεί ζωή
θα χρησιμοποιήσει την ύστατη ακτίνα
του ύστατου ήλιου
ενάντια στο σκοτάδι των πλανητών
κι απομένει μοναχός
ο πόνος μου
ο πιο οξύς.
Ζωσμένος φλόγες
μένω
πάνω στην άσβεστη πυρά
του ακατόρθωτου έρωτα.

* Τέλος

Απεραντοσύνη
δέξου και πάλι
μες στον κόρφο σου
τον πλάνητα!
Όμως τώρα σε ποιον ουρανό,
σε ποιο άστρο να οδεύσω;
Κάτω μου
ο κόσμος
κ οι χιλιάδες εκκλησίες του
έχουν αρχίσει
την νεκρώσιμον ακολουθία.

1916

Απόδοση : Γιάννης Ρίτσος
Εκδόσεις: Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου