Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Joseph Brodsky

Ο γέγονε γέγονε (απόσπασμα)

[...]

Κάθομαι σε μια καρέκλα παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Αστράφτουν οι κατσαρόλες όλες μεμιάς.
Κατεβάζω το κοκτέιλ της μοναξιάς.
Τα νεύρα μου τινάζονται σαν διάβολος στην μπουκάλα.
Νιώθα σαν μια ελαφριά πυρκαγιά στο κρανίο.
Θυμάμαι τις μπουκάλες π’ άδειαζε το φρουραρχείο,
των φυλακών οι Κρέστοβα, Κρέστο, Μπουτίρκιο.
Δεν θέλω άλλα να πω, όχι άλλα.



Κάθομαι στην καρέκλα σε διαμέρισμα μεγάλο.
Ακούγεται το καζανάκι στο άδειο μπάνιο.
Αισθάνομαι πάλι πως μόνο για στόχος κάνω.
Πετάγομαι ολόκληρος στον παραμικρό ήχο.
Κλειδαμπάρωσα την πόρτα αλλά πού;
Η νύχτα με σημαδεύει με κέρατα Κριού
όπως ο έρωτας με τόξο παιδιού,
όπως ο Στάλιν στο 17ο συνέδριο εκείνο.
[..]



Ανασαίνω ασήμι και φτύνω χαλκό.
Με πιάνουν με αγκίστρι και δίχτυ σωστό.
Πειράζω τις χήνες, για αθανασία κινώ,
δώστε μου και μια μαγκούρα, σώνει!
Νιώθω τη λύσσα του ποντικού του νηστικού.
Πάρτε απο δω τις άγιες εικόνες και το πορτρέτο του Γενικού.
Ακούγεται το τσεκούρι που πέφτει στο δάσος παντού!
Μπας και συνέλθω να κυλιστώ στο χιόνι.



Μπα που θα συνέλθω! Ξεχάστε το γενικά!
Σχεδόν σκέφτομαι την ανταρσία τελικά!
Δεν προσκυνάω τον Βούδα με τη σχιστή ματιά,
για μια δεκάρα η αφεντιά μου και με λαγό τα βάζει!
Ας σταματήσουν –που ‘ν’ το μαχαίρι;
Οι φυτοφάγοι και οι ετέροι!
Η μη βία, κύριοι, βρομάει και ζέχνει.
Κι αυτό, ξέρετε, εκεί με πονά κι εκεί με σφάζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου