Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Thomas Stearns Eliot

burnt norton

I.

Παρόν παρελθόν παρόντα ίσως στον μέλλοντα
Κι ο μέλλων να εμπεριέχεται στο παρελθόν
Αν όλοι οι χρόνοι είναι πάντοτε παρόντες
Όλος ο χρόνος είναι αιωνίως ανήλεος.
Ό,τι θα ήταν είναι μια αφαίρεση
Και παραμένει δυνατότητα εις τόν αιώνα
Σε έναν κόσμο μόνο που τόν σκέφτεσαι
Ό,τι θα ήταν, κι ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα τέλος, αιωνίως παρόν.

Ηχούν στη μνήμη βήματα που πέφτουνε
Κάτω σε έναν δρόμο που δεν πήραμε
Κι όλο προς μία πόρτα που δεν άνοιξε
Και βγάζει στις τριανταφυλλιές. Ηχούν τά λόγια μου
Και στο μυαλό σου με αυτόν τόν τρόπο.
Όμως προς τί
Να ανακάτευα τή σκόνη μες στην κούπα με ξερά ροδόφυλλα;
Δεν έχω ιδέα.
Κι άλλα πράγματα αντηχούν
Και κατοικούν στον κήπο. Λες να πάμε;

Άντε και γρήγορα, είπε τό πουλί
Και να τούς βρεις, πήγαινε να τούς βρεις,
Κρύβονται στη γωνία. Από τόν πρώτο φράχτη,
πίσω. Μέσα στον πρώτο μας τόν κόσμο. Λες να πάμε;
Ν` αφήσουμε τήν κίχλη να μάς ξεγελάσει
Μέσα στον πρώτο κόσμο που είχαμε,
Ήταν εκεί, αξιοπρεπείς κι αόρατοι,
Κινούνται μα δεν βιάζονται, πατάνε φύλλα πεθαμένα,
Στη φθινοπωρινή τή ζέστη, και στού αέρα τόν σπασμό,
Κι έτσι μιλούσε τό πουλί, σαν ν` απαντούσε στην
Ανάκουστη τή μουσική που κρύβονταν στους θάμνους
Και η αχτίνα τού ματιού αόρατη έψαχνε για τριαντάφυλλα,
γιατί έχουν όψη λουλουδιών άξια να τά κοιτάξεις.

Ήταν εκεί σαν να `ταν ξένοι, να τούς δέχεσαι, να δέχονται,
Κι εμείς κινούμαστε, κι αυτοί,
κανονικός σχηματισμός,
Όλοι διασχίζουμε τόν άδειο χώρο, προς τόν κύκλο
που μέσ` σε κύβο λες έχει τ` αγκάθια
Να ρίξουμε και μια ματιά στην ξεραμένη τή λακκούβα τού νερού.
Να `ναι στεγνή η νερολακκούβα,
Να `ναι στεγνό και τό τσιμέντο,
Να `χει και χρώμα κει στις άκρες,
Και να `ν` γεμάτη η λακκούβα
με τό νερό απ` τό φως τού ήλιου
Και οι λωτοί να ανεβαίνουν,
ήσυχα, ήσυχα πολύ,
Κι η επιφάνεια να γυαλίζει
απ` τού φωτός τά φυλλοκάρδια
Κι εκείνοι πίσω μας να στέκουν
Και να τούς βλέπω στο νερό.

Ύστερα ένα σύννεφο ήρθε,
Και η λακκούβα είχε αδειάσει.

Άντε, να φύγεις, είπε τό πουλί,
Τό δέντρο γέμισε παιδιά,
Που ξαναμμένα κρυφτό παίζουνε,
Κρύβουν τό γέλιο τους πολύ,
Άντε, φύγε, φύγε, είπε τό πουλί : οι ανθρώποι
δεν αντέχουν τήν αλήθεια για πολύ.

Μέλλον και παρελθόν και ό,τι θα `ταν
και ό,τι ήτανε στ` αλήθεια,
Τείνουν προς ένα τέλος μόνο
που είναι πανταχού παρόν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου