Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Κώστας Ταχτσής


ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ
Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μες απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μες απ’ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής
από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ΄ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους – α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ




ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ
Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.
Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.



ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ
Κάποτε είχα ένα φίλο, θα ΄ταν ως είκοσι χρονών
και τ’ άρεσε να ταξιδεύει. Μου ΄λεγε: φίλε
τα όνειρα έρχονται, φεύγουν, έρχονται
με τα καράβια. Κι όταν θύμωνε: αυτό
που είναι για μένα ένα καράβι
ποτέ δεν θ’ αρμενίσει την καρδιά σου!
Εγώ φοβόμουνα τη θάλασσα και τα καράβια
Ένας θεός ξέρει τι υπόφερα για χάρη του
τι κλάματα της μάνας μου και παραινέσεις
για ολέθριες φιλίες απ’ τον πατέρα μου
Τέλος μεταχειρίστηκαν τεχνάσματα: μου πήραν
το κλειδί της πόρτας, να με κάνουνε,
συχνά που γύριζα μεσάνυχτα εξαιτίας του,
να σκαρφαλώνω από τη μάντρα
Κάποτε είχα ένα φίλο, θα ΄ταν ως είκοσι χρονών
και τ’ άρεσε να ταξιδεύει…
Το βράδυ εκείνο γύρισα νωρίς στο σπίτι
με δέχτηκαν σαν άσωτο υιό
βάλανε το γραμμόφωνο και σφάξανε μια κότα
μου επέστρεψαν και το κλειδί.


ΑΘΗΝΑ (ΕΛΛΑΣ) 1957
Ένα κοινό πρωινό με λίγα σύννεφα
σε κάποια μεγαλούπολη
όλες μας οι φροντίδες αποβλέπουν
στο ευσυνείδητο σφουγγάρισμα
των εθνικών μνημείων
ηλεκτρικοί λαμπτήρες αναμμένοι ακόμα
έξω από τόπο κι από χρόνο οι απερίσκεπτοι
καθώς εμείς και τα παιδιά μας κι η ζωή μας
και παρακάτω η ειρωνεία των ανθρώπων
που βγήκαν με την πίκρα τους στα μάτια
ένα κοινότατο πρωινό



ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ
Κορέα
ένα προς εκατό χιλιάδες
χαρτογραφούμε μήνες τώρα
κλίμακες σύμβολα και χωροστατικές καμπύλες
μες στο γραφείο με τη σόμπα
που ο στρατιώτης ταχτικά
ανάβει κάθε μέρα στις εφτά
στις δέκα σταματάμε τη δουλειά για λίγο
αλλάζουμε τις σκέψεις μας
όχι βεβαίως τις κρυφές
λίγη πολιτική
και σπανιότερα λίγη λογοτεχνία
ζεσταίνουμε τα χέρια μ’ ηδονή
ψήνουμε κάστανα
ξεχνώντας πως υπάρχει η Κορέα
που δεν γνωρίζουμε άλλωστε
παρά από μέσ’ απ’ τις καμπύλες και τους χάρτες
ενώ στο μεταξύ μαίνεται η μάχη εκεί κάτω



ΟΛΥΜΠΙΑ, ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Δεν ήρθα εδώ για να θαυμάσω
σαν ένας ξένος
όσα δεν είναι πια δικά μας
είδα παρέες που ανηφόριζαν
κρατώντας ανεμώνες
κι είπα να κόψω λίγες
έτσι
απ’ ανεμώνη σ’ ανεμώνη
προβάλαν μπρος μου ένα ένα
όλα
όσα απόμειναν ανάμεσα στα πεύκα
και τις ελιές
κι όταν πια μάζεψα τις ανεμώνες
όσες
μπορούσε να κρατήσ’ η φούχτα μου
κάθισα
έξω απ’ τα ερείπια
και κοίταζα
δειλά τους νέους που πέταγαν
τους αετούς.



Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Ήταν το βράδυ της ταφής
και βγαίναμε στους δρόμους και προσμέναμε
κι ενώ η πομπή αργούσε ακόμα
βλέπουμε ξάφνου το Χριστό
έφηβο
να περνάει μπροστά μας



ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Είμ’ ένα άστρο, μια τρίχα στο κεφάλι του θεού, θα πέσω, στο λαιμό φοράω ένα ποίημα, προτού προλάβει να θερμάνει τις καρδιές μας θα σβήσει, αισθάνομαι τα κόκαλά μου να τρίζουν κιόλας από ανεξήγητες επιθυμίες, μα σωπάστε και θυμηθείτε τα μάτια του, να ζήσω μες στις τούφες των μαλλιών, στα δάχτυλά του ανάμεσα, εκεί που ενώνονταν με τα δικά σας, μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια του, τα μάτια του να λάμπουν σαν φανοί αυτοκινήτων που ΄ρχονται καταπάνω σου, και τίποτα να μην ακούγεται, ο θόρυβος κι οι διαφημίσεις του κορμιού να μην υπάρχουν – cette rumeur la vient de la ville – τίποτα παρ’ αυτός κι εγώ, σε μια βεράντα, το καλοκαίρι.



ΑΠΟΨΕ
Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απ’ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσ’ επ’ αυτού τα χείλη του
ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου
εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή
όπου και να ΄ναι θα εκραγεί



ΠΡΟΧΩΡΑ ΤΑΧΤΣΗ
Προχώρα Ταχτσή προχώρα στο δικό σου δρόμο
κι όσες παγίδες τόσο το καλύτερο – προχώρα
αφήνοντας τη σάρκα που αναλογεί στην καθεμιά
μα κοίτα να ΄ναι κόκκινη σαν πυρωμένο σίδερο
ν’ αφήσει τα σημάδια της στα χέρια τους
και προχώρα Ταχτσή προχώρα χωρίς να υπολογίζεις



Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΡΑΖΙΛΙΑΝ
Αν πεθάνω
δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
ή την καρδιά σου σ’ ένα φάκελο
δεν θα σε δω να φεύγεις
ή να ΄ρχεσαι
δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
και συ στο πλάι μου
ή απέναντι κατάμονος
να με κοιτάς
αν πω πως πέθανα;
θα κολλήσω στο στήθος σου
ένα νεκρώσιμο με τ’ όνομά μου
στους δρόμους θα γυρνάς μ’ ένα νεκρό
Τασία – έναν καφέ παρακαλώ
αν ξάφνου μ’ αντικρίσουν ζωντανό
θα ε κ π λ α γ ο ύ ν
η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
ο τραυματισμός των ωρών
Τασία – παρακαλώ έναν καφέ
Θ’ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται η φράση σ’ α γ α π ώ
αναδιπλώνεται στον εαυτό της
σαν να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
από ντροπή
λίγο νερό παρακαλώ
και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα
κυρά μου
εγώ έριξα προχθές νερό
κι έσβησα τα όνειρά μου
ο καφές σας κύριε
η στάθμη της αγάπης σου
κατέρχεται
διψάω
λίγο νεράκι κύριοι
λίγο νερό καλοί μου κύριοι
και είναι λ έ ε ι ποιητής
μα πού είναι οι φωνές των παιδιών;
αιτούμεθα ποίηση στα σκοτεινά
η ποίηση φίλε πέθανε
η καλοσύνη σου –
η καλοσύνη σου είναι Κύριε
μια καμινάδα
στους δρόμους βλέπω να περνούν
ζητιάνοι μ’ εξαπτέρυγα ονείρων
μια προσευχή
μια προσευχή
για να βρεθεί ένα ποίημα
η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε
μα δεν γνωρίζεστε;
ο κύριος είναι ποιητής
ναι είναι παχύς
πολύ παχύς
και παίζει στον Ιππόδρομο
η ώρα είναι μία
ο θάνατος των ωρών
βρέχει
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
αφ’ ότου έφυγες
δεν έπαψε να βρέχει
ήσουν περίεργος να μάθεις
τι υπάρχει πίσω από το θάνατο
θ ά ν α τ ο ς
τι άλλο θέλεις να υπάρχει;
ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΖΩΗ!
σου ΄λεγα μείνε
θα βρω καρφιά να σε σταυρώσω
λόγχες να σε τρυπήσω
σ’ ένα καλάμι θα ΄δενα
σφουγγάρι την καρδιά μου
για να σε φτάσω τώρα πρέπει
να πάω κοντά στη θάλασσα
γράφω λοιπόν κι εγώ χαρτιά
ομοιώματα διαβατηρίων
κι απέ τα ρίχνω στο νερό
δεν θέλω να τα δούνε άνθρωποι
που δεν γνωρίζουνε να σκαρφαλώνουν
στον καπνό των καραβιών
οι άνθρωποι οι άνθρωποι
παίρνουν τα γράμματά μας και μ’ αυτά
ανάβουνε φωτιά το χειμώνα
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
φθινόπωρο
τα φύλλα των δέντρων
πάθανε πάλι ελονοσία
την άνοιξη θα πάρω DDT
φύγε
ο τρόπος που μιλάς –
δεν ξέρει
πως ο δικός μου τρόπος είναι
σιωπητήριο
ο τρόπος που χτενίζεσαι
ο τρόπος που γελάς –
δεν ξέρει
τίποτα δεν ξέρει
φοβού τους ποιητάς
και ποίησιν φέροντας
μου επιτρέπετε να σας συστήσω;
τι ποιήματα συνθέτετε;
ποιήματα
λυρικά; σατυρικά;
π ο ι ή μ α τ α
ο κύριος είναι κίναιδος
αιδοίον χωρίς κίονα
κύων χωρίς αιδώ
Άνθρωπος
ποτέ δεν θα ξεχάσω τον Αλέξαντρο
στο στήθος του καθότανε
ένας αητός
ήτανε δύσκολη εποχή
στους δρόμους
γύριζαν ωχροί εσταυρωμένοι
κι οι μανάδες μας
δεν χρειαζόντουσαν άλλα ορφανά
μια καληνύχτα
γινόταν εύκολα αντίο
στο στήθος του
στο στήθος του καθότανε ο αητός
ο κύριος είναι κίναιδος
ά ν θ ρ ω π ο ς
χαίρετε χαίρετε
να με ξεχνάτε
υπήρξα άφρων δεν τ’ αρνιέμαι
μα σεις φίλε ξεχάσατε να βάλετε
λάδι στο λύχνο σας
ιδού ο Νυμφίος έρχεται
προσπέρασε
για πάντα
η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε
και πότε η κηδεία;
η κηδεία των ωρών
μα η ζωή αντέχει ακόμα
σε κάμποσες ανησυχίες
σε αρκετές μετάνοιες
και στο θάνατο
δεν θα μιλήσω πια ποτέ
δεν θα μιλήσω
ο θάνατος
ο θάνατος
θα τον εκμηδενίσω
αντίο σας
φεύγε δίχως να κοιτάζεις πίσω
βαρέθηκα
η ποίηση της ποίησης την ποίηση
τη ζωή σας
α υ τ ή τι την κάνατε;
δεν θέλω πια άλλο καφέ
όταν μιλάω στο θάνατο
του δίνω τ’ όνομά σας
ο θεός να μας φυλάει απ’ την αισθητικοποίηση
της ατομικής βόμβας
εγώ πηγαίνω τώρα στη ζωή
στον Ιλισσό
να πιω τις σκέψεις μου πιο καθαρές
δεν έχεις πια καμιά ελπίδα
δεν έχω πια ελπίδα
δεν έχω πια καμιά ελπίδα
άλλη απ’ την αδελφή μου την Ελπίδα
δεν έχω άλλο σώμα
απ’ το σώμα που θα κάνω
με το καλώδιο
δεν έχω άλλο θάνατο απ’ τη ζωή
είμ’ ολοστρόγγυλος
σαν τέλειος κύκλος
θ’ αρχίσω να τσουλάω
είμαι μια ρόδα για παιδιά
διότι κύριε
η ζωή κυλάει πάνω σε ρόδες
κάτω απ’ τις ρόδες είν’ ο θάνατος
πάψε
δεν θέλω να σ’ ακούω
θα σ’ αγαπήσω
δεν θέλω να σε βλέπω πια
θα βάλω τις παλάμες μου στ’ αυτιά
να μη σε βλέπω
και θα ζήσω
έρχομαι έρχομαι ζωή
ζωή τον θάνατο πατήσας
μάθετε να περιφρονείτε
ό,τι αγαπάτε
ο ήλιος ο ήλιος η ζωή
έρχομαι φίλε έρχομαι
είμαι δικός σου εσαεί
τι ωραία που γίνηκαν οι ναύτες ξάφνου
τι ωραίο το πρωινό της Κυριακής
κι η σκιά των δέντρων
που κι η αβεβαιότης των καιρών μας
χάνει κάτι
απ’ το απαίσιο κύρος της
κι όλα μας φαίνονται
ντυμένα ήλιο
μα ενώ κοιτάζω αφηρημένος κι ευτυχής
νομίζοντας πως τίποτα
δεν θ’ αγαπήσω πια
αυτός
διαπερνάει το λεπτό τοίχο του κορμιού
και πάει και σφηνώνεται σαν σφαίρα
στην καρδιά!



Η ΖΩΗ ΜΟΥ
Μια μπάλα υπήρξε η ζωή μου
κλώτσ’ από δω
κλώτσ’ από κει
γκολ! γκολ!!!
το χάσαμε το παιγνίδι



ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟ «ΒΥΖΑΝΤΙΟ»
«Λοιπόν γελώ πολλές φορές κλαμώντα
τους με μισούσι να γελούν θωρώντα…»
(Κυπριακό δημοτικό τραγούδι)
Δεν με σκοτίζει τι θα πουν πια ή τι θα πω
κι αν επιστρέψεις σύντομα απ’ το ταξίδι αυτό
που τόσο ακόμα θα κρατήσει
θα βρεις έναν Ταχτσή
ελαττωμένον κατά το ήμισυ
εσού απόντος
ήρθαν δίσεκτες χρονιές
δριμύτερους χειμώνες κανένας δεν θυμήθηκε – και όχι
απ’ την συνήθη εξιδανίκευση του παρελθόντος
τα μάτια μου τα χάρισα για να μπολιάσουν καστανιές
«Θυμάμ’ εκείνη τη βραδιά
που βγήκαμ’ απ’ το σινεμά…»
στάθηκες και μ’ αγόρασες ένα χωνάκι κάστανα…
εκείνοι που μ’ αγάπησαν δεν τραγουδάνε πια
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
δεν ξέρω αύριο τι μας περιμένει
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΙΓΩΤΕΡΑ, ΕΙΝ’ Η ΩΡΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ
συγγνώμη σας ζητώ, ω συγγνώμην
μα σ’ έναν τόπον σαν κι αυτόν! Καταλαβαίνετε…
είν’ το βραδάκι έτσι γλυκό!
σφύριζα κάποιο τραγουδάκι, και σκεπτόμουν –
πως όλα πια τα βάλαμε στο υποκοριστικό
μα έχουν κι οι νεκροί κάποιο σκοπό!
ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΚΥΡΙΕ – ΣΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ!
συγγνώμην – ήθελα να πω – αυτός ο λόφος πέρα
και το κίτρινο φεγγάρι από πάνω του –
στις στέγες των σπιτιών παραμονεύουνε
ώρα την ώρα οι Σειρήνες να περάσει
ο Οδυσσέας στο αεροπλάνο του –
κι αυτό σωστό. Κι αυτό πολύ σωστό
το είχα προς στιγμήν ξεχάσει
μα σ’ έναν τόπο σαν κι αυτόν!
σας καληνύχτισα λοιπόν
εγώ
πηγαίνω τώρα στο «Βυζάντιο» να σιωπήσω
σας το υπόσχομαι: ποτέ, ποτέ πια δεν θα τραγουδήσω
θα κάτσω σ’ ένα τραπεζάκι
και θα ζητήσω από το Μπάμπη ένα νεράκι
τώρα
το τάβλι και τα πούλια
ο Αυγερινός, ο Θόδωρος κι ο Χρήστος
γεια σας!
α, τέρατα!
τα χείλια σας και τα κατάμαυρα μαλλιά σας!
δεν θέλω πια να μου μιλάτε
το βλέπω μ’ αγαπάτε, μ’ εκτιμάτε,
προωθείτε τα συμφέροντά σας
α, πουλημένοι!
έναν καφέ – ένα πουκάμισο – ευχαρίστως!
μα είν’ η καρδιά μου αλλού δοσμένη
κι όμως το ξέρεις
ότι σε λίγο θα κυλήσεις
σαν τη μπαλίτσα του μπιλιάρδου
το ξέρω
θα ρίξω πάλι ζάρια και θα φέρω –
ΣΙΩΠΗ
την ημέρα των νεκρών –
καλά – θα πάψω
τώρα το βλέπω καθαρά: ό,τι κι αν γράψω
δεν ωφελεί πια ό,τι κι αν κλάψω
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
μονάχα ο Ιωσήφ
απάνω - κάτω
αδημονεί
βρήκανε ψύλλους μες στη φάτνη
υπομονή
η ώρα του είναι: όπου να ΄ναι θα φανεί
ο μέγας σοφιστής μας: είναι ή όχι
απατεών
θα τον ρωτήσουμε, ο συντάκτης
του ωροσκοπίου στη «ΒΡΑΔΥΝΗ»…
τι ησυχία που ακολουθεί
τι ησυχία
και μόνο το «Βυζάντιο» ξαγρυπνεί
σαν ένοχη συνείδηση
αυτή η φοβερή μανία της αυτοκρατορικής –
θέλω να πω: AY – TO – KA – TA – ΣΤΡΟ – ΦΗΣ
θα βγάλω μια φωτογραφία της στιγμής
καρδιά!
ποτέ δεν είχες φωτογένεια
μα τώρα πια δεν έχει σημασία
λίγο νεράκι φέρε μου βρε Μπάμπη – όχι υγεία
μάθετε ν’ αποφεύγετε τους διανοούμενους
αυτός εδώ είν’ ανδροπρεπής και μουσικοσυνθέτης
του λόγου του πρώην ποιητής
νυν χαρτοκλέπτης
α, λεονταράκι μου, ήσουνα, λέει, κομμουνιστής
μα υπέγραψες τη δήλωση
ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΥΣ
μ’ έπιασε πάλι εκείνη η ζάλη
κάτι στο χέρι δώστε μου, κάτι στο χέρι
να μην αρπάξω την καρέκλα απ’ το ποδάρι
και του τη φέρω στο κεφάλι
μη με κοιτάτε
ΣΑΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ
τίποτα πια μη με ρωτάτε
δεν ξέρω αν θα ξαναβγεί το φεγγάρι
έχω κομάρα – κι είν’ αργά
θα φύγουν ένα ένα τα γκαρσόνια
ο ιδιοκτήτης έμεινε να κατεβάσει τα ρολά
τι ησυχία που ακολουθεί
τι ησυχία…κι αυτό το Σύνταγμα
σαν να μην είναι πια πλατεία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου