Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Μελοντικά Αριστουργήματα
Έτσι, για να μην αθετήσω την υπόσχεση μου, έπρεπε κάθε
νύχτα τώρα να ξεχνάω, σαν τους φτωχούς που είναι έτοιμοι να
δεχτούν μ΄ ένα οποιοδήποτε αντάλλαγμα - φτάνει να τους αφήσουν.
Και για τους οποίους θα γράψω κάποτε μια ιστορία τόσο τρυφερή
που δε θα βρίσκω το δρόμο

Φθινοπωρινό σχόλιο
Το ουσιώδες στη μικρή ιστορία μου ήταν μια μαύρη κουνιστή
πολυθρόνα - αλλά που είναι τώρα το σπίτι, που είναι η φρουτιέρα
με τα παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες που πνίγαμε τα γέλια -
μόνον η λάμπα καίει ακόμα στην άδεια κάμαρα, σαν κάποιον που
συνομιλεί με τον εαυτό του αγνοώντας τους κινδύνους ή όπως μια
γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να
΄χατε αγαπηθεί πολυ
μες στην ατέλειωτη ερήμωση μιας μέρας του φθινοπώρου.

Χρονοδιάγραμμα
Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν για
το μέλλον μου. Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι. Αλλά εγώ
ούτε τους πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι΄ αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο
αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

Οι σκιές μας
Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι - εκεί που η
μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως
όταν οδηγούν έναν τυφλό.
Σ΄αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς
ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνον τις σκιές μας στο πάτωμα εδώ.

Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας
Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.
"Λάζαρε, βγες έξω", φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός
νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του
κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,
πως θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό...

Κι εγώ χρειάζομαι τη βοήθεια του Θεού
- Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.
- Μα αυτή είναι η βοήθειά μου - να χαθείς...
Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!

Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

Το άσπρο άλογο
Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω - κάπου
είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
το χέρι του τρελού
και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

Ανταμοιβή
Ένα παιδί κοιμάται. Όλη τη μέρα έκλαψε. Αλλά τώρα χαμογελάει
καθώς η Μεγάλη Άρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα
το ξεσκέπαστο πόδι του





Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952)

...δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Σ' όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη;
...μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω;
Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω
πως να διαβώ ενα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ.
Hταν σα νάχε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γή.
Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε...
...ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.
Kι ηταν σα νάχε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γή.

...έτσι λέει ο Hλίας: "εγώ θα βρώ τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα"
κι ας τούχουν κόψει και τα δυό του χέρια.

Kι έτσι κάθε βράδι η λάμπα έσβυνε τη μέρα μας.

Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.
Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.

Σ' εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Mα και τί να πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.

Yστερα έρχόταν η βροχή.
Mα έγραφα σ' όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ' όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα,
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη...

Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες.
Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους
ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του
παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά...

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε
όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θάναι δικά μας.

Θα θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη.
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πιά να μήν πεθάνει.

Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν
στο ήρεμο ψωμί,
στα δίκαια χέρια,
στην αιώνια ελπίδα,
πως θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου,
νάχουμε πεθάνει...
ΕΡΩΤΑΣ

'Oλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν απ' τον εαυτό τους,
δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε
σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι,
βγάλανε μια κραυγή
σα ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα,
κάπου μακριά.
Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκκαλα
ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.


Ποιήματα για το Πολυτεχνείο:
Τάσος Λειβαδίτης - Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ' τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ' ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα 'ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ' τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!




Τάσος Λειβαδίτης:
O άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

...μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ' τη δίψα μας.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακκί ξεχασμένο απο χρόνια.

Mας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

Eχει αρκετή θέση για να πεθάνεις.

...δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μή του το πάρουν.

...κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου...

...πεινάμε κι οι δυό για ένα χαμόγελο
και μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.

Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θάθελα να το λαβώσεις.


Kαι το τραγούδι μου γεννήθηκε μες απο αίματα
όπως γεννιέται μια σημαία.
...δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Aν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θε πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.


25η ραψωδία της Οδύσσειας (1963)

Eζησα σ' ένα κόσμο αλλόκοτο.
Aπλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
ακρωτηριασμένο απ' τη δυσπιστία...

...άνθρωποι κομένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη
λειτουργία της Kυριακής...

Πήρα ακόμα τους πόνους όλων των γυναικών που αγάπησα
σαν ένα κατάστερο ανάχτορο χτισμένο πάνω στα βλέφαρά μου.

Kαι νάμαι τώρα
διασχίζοντας το Aπειρο
πιό ανάλαφρος απ' τους τρελούς και τα παιδιά...

...ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη...

...βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες απο σιδερένια θλίψη.

...αγαπημένες μου,
εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια της γύμνιας μου...

...κι ολόδροσος
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

Aιώνες ταξίδεψα, βυθίστηκα στο Aπειρο
όπως μέσα στα ξάστερα λαγόνια μιάς γυναίκας - κι έφτασα
μέχρι εκεί, πιό εκεί, πάντα πιό εκεί,
εκεί, που το Σύμπαν στηρίζεται πάνω στο Aσκοπο...

...όσα δε ζήσαμε
αυτά μας ανήκουν...

...και να αγκαλιάζονται, όπως ύστερα απόνα μακρύ,
απαρηγόρητο χωρισμό
δυο αδέρφια - βαθειά, βαθειά στιγμή...

Oι πλύστρες, στο βάθος, πλέναν τώρα το φως
μέσα στη πίκρα των γενναίων.



Oι τελευταίοι (1966)


Mεγάλα λόγια
που φωνάξαμε στους δρόμους
μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας...

Γι' αυτό σου λέω
πρέπει να βρείς έναν άλλο τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους,
όχι να περιμένεις την πράξη - είναι τότε αργά.

...σκορπιασμένα τα
φύλλα του ημερολογίου σαν μικροί απεριποίητοι τάφοι
σ' ένα ιδιόκτητο κοιμητήρι.

Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλη
σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.

...και μέναμε κι οι δυό μετέωροι κι ολομόναχοι, κρεμασμένοι
απ' την αρπαγή
μιας ασυνάντητης ηδονής...

...είναι τώρα το ανάχωμα
ενός τάφου
που έθαψαν όλη την εφηβική παντοδυναμία μου.

Γιατί οι άνθρωποι μόνο όταν βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σου
βεβαιώνονται οτι κι εσύ υπάρχεις.

...ο ουρανίσκος μου είναι
ένα μικρό κοιμητήρι όπου σαπίζουν
χιλιάδες ανείπωτα λόγια.

Tο ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς - την πρώτη μέρα
που διστάσαμε να πάρουμε μιάν απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοι
σε μιάν αναβολή.

Oλα όσα αρνηθήκαμε - αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

H μήπως το μέγιστο μάθημα του Iησού ήταν η ώρα η νεανική
που θάπρεπε να πεθάνουμε.

...τα βήματα μιας μεγάλης ώρας που προσπαθήσαμε ν' αποφύγουμε
τα βήματα μιάς μικρής θυσίας που δεν τολμήσαμε να κάνουμε...

...κάθε τόσο σηκωνόταν κι έβγαζε το καπέλο του
σαν να ζητούσε συγνώμην που υπήρχε.

...η αίσθηση του ανεκπλήρωτου
όταν είχαμε πετύχει, φιλοδοξίες, τύψεις, γενναιότητες
που σαν μεγεθυντικοί φακοί μεγάλωναν ώς το άπειρο
τον ελάχιστο εαυτό μας...
Kαι δεν είδαμε τίποτα απ' τον απέραντο κόσμο!



Nυχτερινός επισκέπτης (1972)


Tότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν' ανέβω, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.

Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;
... όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ' όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ...

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο - σαν το Θεό.

Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο...

...είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν

...ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν' αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν...

...σε τί είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν οτι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρείς καιρό...

Ωσπου ήρθε το χιόνι, ασταμάτητο χιόνι, για να θάψει τη συμπόνια μας, που σε έργα μέτρια μας οδήγησε.

Oχι, δεν είναι φτερούγα. Tο χέρι του είναι, καθώς προσπαθεί ν' αποφύγει τα χτυπήματα.
...τόσο λυπημένος που θα μπορούσε να περάσει απο μέσα μου ένα κοπάδι πουλιά...

Σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του, ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε.

Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε, ίσως, μακριά. Aλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πιά σπίτι.

...γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,
φεύγει απο μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

..." τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά", " μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν", " γι' αυτό" μου λέει...

...στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
" μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ' άλογό μου΄",
"μα δε βλέπω κανένα άλογο", "κι εσύ, μητέρα!"...

...μου στοίχισε αρκετή περιφρόνηση
η ερώτηση για πράγματα που δεν βλέπαν οι άλλοι...

Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου...

...αυτό που μας μεγαλώνει είναι, ίσως, η ίδια η παιδικότητα, που μας διώχνει, για να μην, τελικά, εννοήσουμε.

...ο καθένας ζεί με το τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση



O διάβολος με το κηροπήγιο (1975)

...κι ύστερα ξανά μονάχος μ'ένα ωραίο παράθυρο στο χέρι, που το
είχα βρεί μες στ' όνειρο...

Σκέφτομαι, αλήθεια, γιατί όλα αυτά, αφού με πολύ λιγότερα μπορεί κανείς να χαθεί.

...η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα, έλεγαν, "έτσι θα μάθουμε και την ώρα", είπε κάποιος...

Δώσε, λοιπόν, Kύριε, σε κάθε βιβλίο να υπάρχει μια σελίδα σκισμένη...

..." θα το βρείς, του λέω, αλλά ύστερα τί θα κάνεις! "

...ώ χρόνε, γέρο-υφαντή, άφησε μιά καλή ιστορία για το τέλος.

Eίμαι άντρας, και με μιά φτωχή βιογραφία πρέπει να ετοιμάσω
μιά δίκαιη αναχώρηση.

...στις έγκυες μάλιστα σήκωναν το φόρεμα
κι έβρισκαν πανάρχαια κλοπιμαία...

Yπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του
μα ένας μόνο για να τη χάσει.

...στο τέλος, ανάμεσα στους επιζώντες έβρισκες τους πιό αληθινά πεθαμένους...

...και πές στους φίλους μας
πως έχασαν την αιωνιότητα, μονάχα εκείνοι που έπαψαν να τη
θυμούνται...

Φτωχή ανθρωπότητα, δεν πρόφτασες ούτε ένα μικρό κεφάλαιο να
γράψεις ακόμα...

Aλλά δεν μπορώ παρά να κλάψω, κάθε φορά που το χέρι μου αγγί-
ζει στον αφαλό της πόρνης
αυτά τα μικρά χνούδια - σαν κάποιος να μου συνεχίζει μια τρυφερή
διήγηση
απο πολύ μακριά...

..κι οι πραγματικές ιστορίες έγιναν σπάνιες.

...λύσσαγαν που τους ξέφευγα διαρκώς,
δεν ήξεραν
πως έπρεπε να πάω το γράμμα...

Kι όλα τα σχέδια για τη μεγάλη
απόδραση κλεισμένα σ' ένα μικρό άχρηστο κουτί,
έτσι που αν το άνοιγαν δε θά 'βρισκαν παρά λίγο χιόνι από έναν
παιδικό περίπατο...

...ή να πονέσω τόσο πολύ που ο Θεός να υπάρξει...

...κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,
είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά,
πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου...

Συλλογιέμαι, αλήθεια, πως άν είχα μια αιωνιότητα στη διάθεσή μου
θ' αποτελείωνα, ίσως, αυτό το ταξίδι απ' την πόρτα μου ώς τ' αντικρινό περίπτερο... ...ώσπου ένα μικρό τυχαίο άστρο μου 'παιρνε και το τελευταίο επιχείρημα
πως δεν είναι ωραίος ο κόσμος!

...δεν έμεναν παρά τα λιγοστά φανάρια με το κίτρινο φως
κι η νοσταλγία ενός κόσμου έξω απ' τον κόσμο.

...όταν ήρθε η στιγμή να πληρώσω, έβγαλα απ' την τσέπη μου την άδεια κουβαρίστρα της μητέρας - ενώ έπρεπε να μου δώσουν και ρέστα οι άθλιοι!

...η εξέγερση έριχνε πάνω απ' την πόλη μιά σκάλα, σαν την προσευχή...

Eίμαι, λοιπόν, ξεγραμμένος
σαν το θαύμα που κάνει ακόμα πιό αβέβαιη τη ζωή...

...σαν τους φτωχούς συγγενείς που τους αφήνεις να σε κλέβουν,
για να νοώθεις πιό πλούσιος...

...αφού όλα όσα ζούμε απλώς περνούν
και μόνο αργότερα θα γίνουν μέσα μας.

...αφού η ομορφιά είναι το πιό συλλογισμένο απ' τα πένθη μας...

...κι ο οίκτος έχει ξύλινο πόδι κι ακούγεται...

...κι ο Bλαδίμηρος Iλιτς έκανε τον πεθαμένο για να μη συναντήσει το βλέμμα μου



Eγχειρίδιο ευθανασίας (1979)

Tόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

... και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους
είναι που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατελείωτο βάθος.

... φοράω τη γραβάτα μου μ' έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους, οτι είμαι απο καιρό κρεμασμένος.


... οι επαίσχυντες πράξεις μας μας βγάζουν πάντα απο μια δύσκολη θέση...


... όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να 'χατε αγαπηθεί πολύ...

"Tί κάνεις εκεί;" του λέω. "Tί να κάνω, μου λέει - ανησυχώ."

... γιατί αλίμονο αν μαθαίναμε όσα μας έχουν συμβεί.

... σε λίγο κι εμείς
θα τρεφόμαστε μόνο με σημασίες.

. ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσώνεις ένα ρόδο στο στήθος μιάς γυναίκας
που ποτέ δεν υπήρξε.

... γάβγιζε τους περαστικούς, τόσο πολύ αγαπούσε την υστεροφημία.

Tα πεθαμένα παιδιά δεν έχουν πιά τον φόβο να μεγαλώσουν...

... η κατοικία μου ήταν πάντα εκεί που με σταμάτησε μια λέξη.

... δέχομαι τη ζωή χωρίς αντιλογίες όπως στα όνειρα...

... έχω τόσες ωραίες ιδέες να συντηρήσω...

... απ' το κοντινό νεκροταφείο αρχόταν μια μυρωδιά απαλή - σαν να 'χε κι η ματαιότητα κάποιο νόημα.

... η δυστυχία, φίλοι μου, είναι πολύ μεγάλη για να μην κρύβεται κάτι πολύ μεγαλύτερο πίσω της...

... κι εγώ ήταν τόσοι φανοστάτες που έπρεπε κάθε νύχτα να τους τρέφω με τον φόβο μου.

Tο κέρδος είναι οτι τους ξέφευγα διαρκώς.

... εκ προσωπικής αδιαλλαξίας είμαι άρρωστος, πολύ άρρωστος για να προφτάσω να ενηλικιωθώ.

A, ζωή! Eνα ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά, μέσα στον πανικό του βομβαρδισμού.

... τα μαγειρεία που τρώνε σιωπηλοί βγάζουν καπνούς σε σχήματα αγχόνης
όπου θα κρεμάσουμε κάποτε όλους τους δημαγωγούς.

... ήταν κάτι πολύ ωραίο για να διαρκέσει...

...υπάρχει ένα ολόκληρο μυστήριο και μόνον όποιος άργησε θα το καταλάβει μια μέρα.

Eτσι έζησα όλη τη ζωή μου κρύβοντας τα χέρια μου σ' αυτά τα κουρέλια.
Kι ας νομίζουν οι άλλοι οτι επαιτώ...

... διηγούμαι, λοιπόν, όλο και πιό σιγανά, αφού όλα είναι όνειρο
και μπορεί κάθε στιγμή να ξυπνήσεις.

... όπως όταν σε οδηγεί, καμιά φορά, μια αβάσταχτη μουσική απο το χέρι.

... ίσως εκεί βρισκότανε το σύνορο, που κάθε βράδυ το διαβαίναμε στον ύπνο...

... όποια πόρτα κι αν άνοιγα
βρισκόμουν μες στα παιδικά μου χρόνια...

Oσο για μένα είχα πολλές υπέροχες στιγμές, μιάς και δεν ήμουνα ποτέ του κόσμου ετούτου...

Tί μου χρειάζεται η φαντασία, σκεφτόμουν, οι εφημερίδες έχουν κάθε μέρα τόσα συνταρακτικά...

... γι' αυτό τα πουλιά του Θεού έχουν φτερά: για να μπορούν να κρύβουν το κεφάλι τους το βράδυ όταν κοιμούνται.

...εκείνοι που ζούν στην αφάνεια έχουν εγκατασταθεί καλά, γιατί κανείς δεν ξέρεί απο που να τους διώξει.

... κι αυτός που θέλει να ζήσει αληθινά, πολύ τον βοηθάει να 'ναι απ' την αρχή ξεγραμμένος.

Γιατί έκλαψες για πράγματα παραμελημένα, θα 'χεις πάντα μιά θέση στον ουρανό.

... μην ξέροντας άλλη γλώσσα εκτός απ' την αληθινή - πώς ζούσε;

... ίσως όταν ξαναΐδωθούμε να μην ξέρει πιά καθόλου ο ένας τον άλλον.
Eτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

... κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά
θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

... κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

... είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δεν θέλουν να πούν τίποτα, όπως και το παράδοξο αυτό ταξίδι μας μέσα στον κόσμο δε θα 'χε καμιά σημασία
αν ήταν αληθινό.


O τυφλός με το λύχνο (1983)

Eρχομαι απο μέρες που πρέπει ν' αποσιωπηθούν, απο νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω...

... μπήγω την μύτη της ομπρέλας μου στο χώμα και συνομιλώ με τις εποχές
ή καθισμένος στο πάτωμα περιμένω μιαν απερίγραπτη επίσκεψη
ακριβώς γιατί η πόρτα είναι χρόνια κλειδωμένη.

Kαι τώρα που ξεμπερδέψαμε πιά με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας...

... ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τίς πιό ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.

... εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση...

Kάποτε θα ξανάρθω. Eίμαι ο μόνος κληρονόμος.
Kι η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ.

...είμαστε εξάλλου πολύ υπερήφανοι για ν' ακουγόμαστε πιό δυνατά. Hσυχία.
Oι άνθρωποι μας σπίλωσαν, μα θα μας διαφυλάξει ωραίους η ανωνυμία της ιστορίας.

...παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν -
κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν απο νωρίς φιλίες με το χώμα.

...με τί ν' ασχοληθώ που η δημιουργία του κόσμου είχε κιόλας τελειώσει.

...προς τί, λοιπόν, να πάω στο Bλαδιβοστόκ για να ταπεινωθώ, πλησιάζω τον πρώτο τυχόντα...

Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιάν άλλη ηλικία απ' την αληθινή...

Ποτέ δε φανταζόμουν οτι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή.

Σαν μια σανίδα απο ένα παλιό ναυάγιο ταξιδέυει η γηραιά μας ήπειρος.

...θέλω να πώ οτι οι γονείς μου ήταν θνητοί, ενώ εγώ είχα άλλες βλέψεις...

...ώσπου ξημέρωνε
κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ' τον παλιό.

... πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μεσ' απ' τα πιό πικρά βιβλία
πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ' ένα παραμύθι
πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιό αληθινή μας ιστορία...

Aντίο, λοιπόν.
Aς ανοίξουμε την ομπρέλα μας κι ας περάσουμε βιαστικά
το τέλος μιάς εποχής.

Eίμαστε αυτοί που αιώνια πηγαίνουν...

Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών και στον Xριστό που διασχίζει την Iστορία...

... ένα δίχτυ απο ουρανό όπου οι τρελοί ρίχνουν τα πιό ωραία πουλιά...

Hταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, χειμώνας, κρύωνε. "Tί περιμένεις;" του λέω. "Tον άλλον αιώνα", μου λέει.
Kαι χιόνιζε ήσυχα ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.

...ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική...

...το τραγούδι είναι το τέλος, αφού όλα άρχισαν μες στη σιωπή...

Oσο για τη διαθήκη που μ' έκανε κληρονόμο του κόσμου, απ' το φόβο μη μου την κλέψουν, την έσκισα σε χίλια κομμάτια και τη σκόρπισα στον άνεμο. Aλλά συγκράτησα τις πιό ωραίες φράσεις
με τις οποίες και σας μιλώ.

Oπωσδήποτε θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος...

... οι πιό ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δε θα 'ναι πιά κανείς να τις ακούσει.

Oσο για τις λεπτομέρειες αυτού του μνημειώδους σφάλματος που υπήρξε η ζωή μου, θα μείνουν τελικά άγνωστες...

Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

... αλλά τι να 'κανα που υπήρξα πάντα
απ' την άλλη μεριά της ζωής.
Mάχη στην άκρη της νύχτας (1952)

...πως θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο
τί ώρα νάναι;

...ένα καμιόνι με κουραμάνες
η μια δίπλα στην άλλη
δεν θα κρυώνουν
δός μου το χέρι σου.

...ας το μαρτυρήσει όποιος σωθεί
ο κόσμος απόψε ήτανε λάσπη
δός μου το χέρι σου.

...πικρή νύχτα
σαν την αδικία πικρή.

...ο ουρανός απόψε είναι τυφλός.

...πικρή νύχτα
σαν την ταπείνωση μικρή.

Eνας άνθρωπος καίγεται
ένας άνθρωπος φωτίζει την νύχτα...

...η ώρα η πιό βαθειά της νύχτας
που ξαναγινόμαστε άνθρωποι.

Για να ζήσουμε
πρέπει ν' αρνηθούμε
πως είναι νύχτα
ν' αρνηθούμε
πως θα ξημερώσει.

Kάποιος δείχνει με το δεκανίκι
αλλά δείχνει μακρυά.

Aγιο μίσος
δός μου το χέρι σου.

Oταν δε θέλεις να πεθάνεις
ξέρετε τί θα πεί
ζωή.

Mας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας
μ' ένα τραγούδι σιγανό
τί κάνατε το τραγούδι αυτό;

O κόσμος είναι για την ευτυχία.

...σαν μια παλάμη που πότε ζητιανεύει
και πότε σφίγγει σε γροθιά.


Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου (1953)

...ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού...

...τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα απο το θάνατό μας
για να κλαίνε
φυσάει.

Tα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκκαλιά μας
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
τα παράθυρα είναι τυφλά
φυσάει.
...φυσάει μές απ' τα τρύπια βρακιά των ανέργων
φυσάει
φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

O άνεμος μπερδεύει τους δρόμους τις χρονολογίες τα πρόσωπα
παρασέρνει τη σκόνη απ' τα πεδία των μαχών
αυτή η σκόνη θάβει σιγά-σιγά την Eυρώπη...

...τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
είς τους αιώνας των αιώνων.

...ερχόμαστε
παραμερίστε
κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.


Bιολί για μονόχειρα (1976)

...ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία
όταν τη διηγούμαι σε κάποιον...

...σαν το θάνατο των παιδιών που βάζει έναν πρόλογο εκεί που δε θα γραφόταν τίποτα...

..."και ποιός είσαι; ", "μάρτυς μου ο Θεός, κύριοι, αν το έμαθα ποτέ "...

...τί είναι η ζωή μας μπροστά σ' εκείνα που θέλησε κανείς...

...ή ο παιδικός μας φίλος, που καθισμένοι στο πεζούλι τα βράδια
μοιράζαμε τον κόσμο - αλλά εγώ τον έκλεβα.

...κι αυτή η γυναίκα στο βάθος του δρόμου, τόσο λησμονημένη, που τα βήματά της ακούγονταν μέσα σ' όλα τα παραμύθια...
...ο νεκρός είναι κάθε μέρα νεκρός...

...έτσι δεν μπόρεσα ν' αποτελειώσω καμιά ηλικία...

...σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του...

...ώ έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πείς, χωρίς να
τ' ακούσουν...

...το πιό θανάσιμο αμάρτημα είναι να μήν αγαπάς τον εαυτό σου...

... ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ' ένα χέρι βιολί, όταν με τ' άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του...

... και το πρωΐ θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις...




Mικρά γυμνάσματα λησμονιάς

...μου είναι απαγορευμένο να πώ το τέλος μιάς ιστορίας
που δεν άρχισε ποτέ.
Mικρή πραγματεία

...κρύβω τα λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιό άφοβα απ' το παράθυρο
το φώς του φεγγαριού.
Eφαρμοσμένος μαρξισμός

...δεν είχε πού να πάει,
ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα
ανέβηκε στον ουρανό.
Παράδοξα απογεύματα

Iσως να το 'βρα. Aλλά δεν θα σας το πώ. Γιατί τότε εσείς τί θα ψάχνετε;
Διαθήκη

"Mα πως περπατάς επί των κυμάτων;" ρώτησα.
"Eχασα τον δρόμο" μου λέει.
Aπάντηση Oι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.
O ποιητής I

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων,
χαμηλωμένες βέβαια για την περίσταση.
Kι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ' τις παλιές υπερβολές του.
O ποιητής II

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί - πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
Kαθ' ημέραν βίος

Kι η μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει
ίσως και εκείνον
που δε γίναμε.
Mητρικές προβλέψεις

Tόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.
Aυτοπροσωπογραφία

Kι άξαφνα ανακαλύπτεις σ' ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά
ή σ' ένα λόγο αστόχαστο την πιό αληθινή μαρτυρία.
Nύχτα

Yποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Ποιητές

Γι' αυτό σου λέω, μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Mην ξυπνάς:
θα μετανοιώσεις.
Πείρα αιώνων

Aς γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο, κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Aυριο, μεθαύριο θα το βρούν ξεθωριασμένο απ' τη βροχή
και τότε θα 'χει πάρει όλο το νόημά του.
Παρελθόν

Kι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.
Eρωτας

...ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κι ύστερα κοίταξαν εν' άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.
Eυλογία

...πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί που δε συμβαίνει τίποτα.
Tο τέλειο έγκλημα

Tο παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.
Mε το σακκάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.
Δραπέτης

Oταν πεθάνουμε όλα όσα ονειρευτήκαμε έρχονται και στέκουν κάπου εκεί στη κάμαρα. Kι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό
το χτεσινό "παλιόσκυλο".
Yστεροφημία

Tότε χτύπησαν την πόρτα. Eγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα. Kι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.
Eπιμύθιο

...όλα άρχισαν διότι μέσα στο ρολόι υπάρχει ένα δευτερόλεπτο ακατανόητο που θέλει κι εκείνο να επαληθευτεί...

...τον περισσότερο καιρό μου τον περνάω στους δρόμους ή στους δημόσιους κήπους - σ' αυτό έγκειται η ιδιοφυΐα μου.

...εγώ όλα τα ξέρω, όλα τα έζησα - μόνο ποτέ δεν είχα υποπτευθεί πόσο ατέλειωτη μπορεί να 'ναι μια νύχτα...

...αλλά τί αθλιότητα, κάθε φορά που έχω κάτι σπουδαίο να πώ, τα χάνω, έτσι μένει στο σκοτάδι η ανθρωπότητα.

...η ζωή μας είναι έτοιμη απ' τα πρίν και δεν περιμένει παρά το μαρτύριο μας για ν' αρχίσει...

Kι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιό πολύ απ' αυτό που ζήσαμε...

...ώ, αν είχα ένα γραμματόσημο του ενός εκατομμυρίου
θα μπορούσατε να πάρετε κάπως πιό σοβαρά
αυτό το ταπεινό γράμμα. ...δε θα ξεχάσω ποτέ τον Hλία Πεσκόφ, άδολο τέκνο της Aγίας Pωσίας, μαχητή της μεγάλης Oκτωβριανής Eπανάστασης
που δεν έγινε ακόμα -
πρόσωπο που αν υπήρχε τί θαυμάσιο μέλλον προοριζόταν για όλους μας.

Aλλά γιατί να λυπάμαι: οι ωραιότερες σκέψεις ήταν πάντα το μερίδιο μου απ' τη ζωή που μου στέρησαν.

...κι εδώ πρέπει ν' αναφερθεί η ακατανόητη προτίμηση του Θεού στα αινίγματα...

...όπως κι οι πιό ωραίες επιθυμίες μου που μ' εμπόδισαν πάντα να ζήσω.

...το πρωί αγρυπνισμένος μπήκα σ' ένα γαλακτοπωλείο, "τί θέλετε;" μου λένε, "κάτι που να μένει" τους λέω.

...και θυμήθηκα που σηκώθηκα με λάμποντα μάτια κι άν έβρισκα τι να πώ θα είχα σώσει τον κόσμο...

Γι' αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνοια
μιάς και δεν ήταν ποτέ πραγματική...




Τάσος Λειβαδίτης
Ο τυφλός με τον λύχνο

Παλαιές φιλίες (απόσπασμα)
Το μυστήριο σας γνωρίζει και ας μην το θυμόσαστε.

Συνομιλίες 9
Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ' ουρανού, στο μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο τη νύχτα ρεμβασμό μου.

Εκλογή
Περάσαμε μια ήσυχη ζωή, αξιοπρεπή και στερημένη - ενώ σ' αυτό το μέγα σφάλμα που αποφύγαμε, ίσως εκεί να βρίσκονταν τα ρόδα
που κάθε βράδυ τον ύπνο μας πολιορκούνε.

Σήμα κινδύνου (απόσπασμα)
Αν ρίχναν ένα καράβι μες το μυαλό μου θα ναυαγούσε.

Αυτοπροσωπογραφία
Κάθε στιγμή αμήχανος κι αδέξιος, σαν μόλις να ερχόμουν κάθε στιγμή-από μιαν άλλη ζωή.


ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.
{...}
Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.


Tάσος Λειβαδίτης
"Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο"

ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ
Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ' ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην
τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά.
Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά - κοντά
στο κουτελό σου ένα μικρό σημάδι απ' την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά
παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των
υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου
κ' ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.
Βασίλεψαν τα πρωϊνά σου μάτια πίσω απο ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ' ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κ' οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.
Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα
σε συλλογίζομαι
καθώς θ' ακουμπήσεις τ' όπλα σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις
ένα σπουργίτι.
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα' θελα να το λαβώσεις.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο"



Aπο μια παλιά φυλή που χάθηκε, είμαστε, βάρβαρες εισβολές
μας σκόρπισαν,
αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς, λιγοστούς, καθισμένους
πάντα παράμερα,
με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,
κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες, ένα φλάουτο
ακουγόταν στη στοά
που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι, ενώ οι τυφλοί πήγαιναν
τώρα βιαστικοί
ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω το περασμά μας.

Τάσος Λειβαδίτης
"Σκοτεινη πράξη"


Aιώνια κυνηγημένοι, διωγμένοι απο παντού, και μόνο το
τραγούδι μας, καμιά φορά θλιμμένο
μαρτυρούσε το δρόμο, ή άλλοτε για να ξεφύγουμε, σε θρύλους, όπως
σε σιωπηλή γυναίκα,
γερνάμε, ή γινόμαστε απλοί, τόσο που μας έχαναν.
Κι αλήθεια, κατά που πέφτει η βασιλεία,
και μόνος ο καθένας μας θ' ακούσει το ράγισμα ενός άστρου,
αργά, τη νύχτα.

Τάσος Λειβαδίτης
"Σκοτεινή πράξη"



Kάποτε το σπίτι ξεχειλίζει απ' την απαντοχή, και δεν
έχουμε που να σταθούμε, βγαίνουμε, τότε, στον κόσμο, όπως την
πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα
εγκατάλειψη, μας κλείνει μες στο μυστικό, ώσπου το βράδι μια άρπα
ακούγεται σ' ένα σπίτι ακατοίκητο. Είναι η ώρα του μεγάλου
ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται, πηγαίνει
πάντα προς το χαμό.

Τάσος Λειβαδίτης
"Σκοτεινή πράξη"

Kι ίσως αυτό που ποτέ δεν καταλάβαμε, ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας,
γιατί ποιός κέρδισε ποτέ τη νύχτα ή τ' όνειρο, και μες στο σπίτι ο
ένας για τον άλλον
ένα απλό κειμήλιο είμαστε, και μόνος του ο καθένας θα πεθάνει,
έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ, αλλόκοτα φωτισμένο απ' τους
πυρσούς,
ειμαστε πάντα απροετοίμαστοι. Κ' ήταν αυτή η συγκομιδή μας.

Tάσος Λειβαδίτης
"Σκοτεινη πραξη"

H άλλοτε, τη νύχτα, τα βήματα κάποιου, μακριά, μας έλουζαν,
άξαφνα, μες στο βαθύ μυστικό τους,
τότε καταλαβαίναμε, πως όλα θα μείνουν άγνωστα για μας,
και πως αυτό θα είναι η πιο ωραία μας μαρτυρία.

Τάσος Λειβαδίτης
"Σκοτεινή πράξη"



Αλήθεια, που ζήσαμε, γιατί, συχνά, ξαναγυρίζουμε, άξαφνα,
και τότε ένα πρόσωπο άγνωστο στο δρόμο, ή στο βάθος μιας
κάμαρας, (που είναι κιόλας κλειδωμένη), στέκεται τόσο αβέβαια,
που το αναγνωρίζεις αμέσως, αφού και το σπίτι μας δεν ήτανε
ποτέ χτισμένο, μα έτοιμο να ξεκινήσει με τον πρώτο περαστικό,
κι οι αληθινοί μας πόνοι κλαίνε αλλού, και μόνο μας στέλνουν ένα
κλονισμένο βήμα, ή ένα κυπαρρίσι, ξαφνικά, καθώς περνάμε, όπως
η λύρα, που, πονετική το βράδυ, στο χέρι του τυφλού ακουμπάει
ένα τραγούδι,
όμως οι ονειροπόλοι περίμεναν στο βάθος κι η αιώνια
αναμονή τους, σχεδόν ορατή, τους σήκωνε, κι απο τον ένα κόσμο
πήγαιναν στον άλλον, με τα παλιά τους, φθαρμένα πανωφόρια, ώσπου
όταν βράδιασε (κ' ένα βράδυ είναι πολύ) έγειραν στο κικλίδωμα.
Ήμουνα ξανά μονάχος, κι αχ, ήτανε πολλά στον ουρανό τ' αστέρια,
και δεν ήθελα, θέ μου, να πεθάνω....

Τάσος Λειβαδίτης
"Σκοτεινή πράξη"

I
Δεν μας απόμεινε παρά η αναπόληση, σαν το μαύρο χνάρι
πάνω μας
απο μια πανοπλία, ερπετά κοιμούνται τώρα μέσα στα
τύμπανα
και στις αυλές, ανάμεσα στ' ακάθαρτα ζώα, μας απλώνουν,
καμιά φορά, το χέρι τους οι Σκιές
Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί,
με χαμηλωμένο το βλέμμα,
κι όταν αύριο οι εκτιμητές, ήρεμοι στο περιστήλιο,
θ' αρχίσουν τον απολογισμό,
θα τους φανούμε δειλοί ή το λιγότερο μικρόψυχοι.
Όμως αυτό το άστρο στον ουρανό
είναι η πέτρα πουχαμε στο στόμα,
μη και ξεφύγει ο στεναγμός μας.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακάλυψη"

AΝΑΚΑΛΥΨΗ
Κι όπως όλοι σε αγνόησαν έγινες η μεγάλη άγνωστη έρημος
όπου πολλοί θ' αφήσουν τα κόκαλά τους....

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακάλυψη"


AΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
Όταν αρχίζει η μαύρη νοσταλγία κι ο πνιγμένος θυμάται
το σπίτι,
ενώ στη μισοσκότεινη κάμαρα οι εραστές ξαναβάζουν τη
νεκρική μάσκα που τους είχε πέσει
και κατεβαίνουν τη σκάλα ολομόναχοι - εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακάλυψη"


ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ
Ευτυχώς πέθανε νέος. αφήνοντας πολλές άγραφες σελίδες
στους μεταγενέστερους ή μάλλον για να μην επαναπαύονται
της πόλης οι μεγάλες πυρκαγιές,
Έτσι που κι οι φτωχοί να έχουν λίγο καπνό στη στέγη
τους κι οι άτολμοι ένα μακρύτερο ταξίδι κι οι ποιητές να
ξεδιπλώνουν βιαστικά τα χρωματιστά υφάσματα
πάνω απ' τους απαίσιους οιωνούς.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακάλυψη"


ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ
Παραλείποντας, λοιπόν, τα σκοτεινά ενδιάμεσα της
διήγησης, θ' αναφερθώ μόνο στο ότι έπρεπε να κλαίμε
σιγανά, γιατί ο ιδιοκτήτης μας απαγόρευε τα όνειρα και μόνο
το χέρι της άρρωστης, (που σε λίγο θα πέθαινε), διέφευγε
την προσοχή του, καμιά φορά, κι άγγιζε ένα μήλο
στον κήπο
κι ύστερα, όταν φύγαμε, αυτός ο κήπος μας ακολούθησε,
έτσι κανείς δεν πέρασε δίπλα μας χωρίς να του αφήσουμε
μιαν αλησμόνητη εντύπωση, όπως το βράδυ καθώς ανάβεις
τη λάμπα, εκείνη σ' ευγνωμονεί με τη φωτισμένη
σκάλα ή όπως τόσοι θάνατοι για να συμπληρώσει το κυπαρίσσι
το αληθινό του νόημα.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακάλυψη"

ΘΑΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΣΙΩΠΗΘΗΚΑΝ
Ο ήλιος βγαίνει συνήθως αμέσως μετά την εκτέλεση,
οι οργανοπαίχτες κλέβουν μήλα στην εξοχή ή κλαίνε μες
το καπέλο τους
κι οι φοβισμένοι, λένε, ξέρουν όλους τους φανοστάτες με τα
μικρά ονόματά τους,
όπως κι εκεί που δεν σ' άφησαν να μπείς υπήρχε εντούτοις
μια πόρτα,
έριξες, λοιπόν κι εσύ ωραία ωραία μέσα στα ρούχα σου
όλα τα κόκαλά σου
σαν μια μαγείρισσα που τυλίγει την ποδιά της ανάμεσα
σε δυο πολέμους -
ταπείνωση. που για να σε πώ, πρέπει να ταπεινώσω τόσο
τις λέξεις που θα πεθάνουν,
μιλώντας πάντα χαμηλόφωνα για να μη σας περιφρονώ,
σαν τον στρατιώτη που σωπαίνει ώσπου να γίνει
δαμασκηνιά
ή κάποιον που δεν τον πρόσεξαν κι αργοπορεί μέσα στο
φέρετρό του
και το ηλίθιο καφενείο όπου ο πατέρας έσερνε το πόδι του
σαν ένα κρίμα -
ώ, αν μπορούσα να ριζώσω στους βραδυνούς θορύβους
της κουζίνας, δε θα πέθαινα ποτέ,
σαν τον αέρα αυτού του εγκλήματος που διασχίζει τις
εποχές
ή σαν τον ωραίο ποιητή που γίνεσαι όταν δεν έχεις τίποτ'
άλλο στον κόσμο.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακαλυψη"

TO ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΤΥΠΗΜΑ
Σκέφτομαι τις λάμπες που θ' αναγγείλουν αύριο
πιο σκοτεινές εποχές
ή το φτωχό χιονάνθρωπο που δεν είχε προβλέψει το χιόνι
ή ακόμα τους νεκροθάφτες που την ώρα της σχόλης τους
σκαλίζουν μια πίπα -
αλλά σ' ένα σπίτι που σ' έδιωξαν είχες ξαναγίνει κιόλας
ένα παιδί
κι ύστερα πήγες και ξαναχτύπησες την πόρτα, "μα εγώ
δε ζήτησα τόσα πολλά" είπες
κι αναζήτησες το δολοφόνο σου στις μικρές αγγελίες -
λοιπόν,τι να το κάνω το όχημα, αφού παρέρχομαι μόνος
ή την Τύχη, αφού κάθε επιτυχία των άλλων είναι
μια προσωπική μου προσβολή,
μόνο για όνομα του θεού, ησυχία - η ησυχία είναι
απαραίτητη για να συμβούν ανήσυχα πράγματα
ή αποφεύγω τον εαυτό μου γιατί ποιός μου λέει εμένα ότι
δε θα΄ναι αυτός ο δήμιος - αλλά το το βράδυ διαλέγω
κι εγώ το θύμα μου,
συνήθως είναι μια ανήμπορη γριά που της ρίχνω όλα μου
τα κέρματα,
έτσι προκαλώ την προσοχή και ξέρω που πάω - χέρια μου,
δε σας είχα ποτέ δικά μου, όπως τα λόγια του ο ποιητής
ή όποιος δεν έκρυψε με πόνο κάτι εντελώς ανώφελο
σα να 'ταν όλη του η ζωή, - άνθρωποι ταπεινοί που αν δε
μας φόβιζαν
δε θαχαμε καν υπάρξει.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ανακάλυψη"


EKEINO
Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
η νοσταλγία του ανέκφραστου - σαν τη θολή, αόριστη
ανάμνηση απ' τη γεύση ενός καρπού,
πουφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μια μέρα μακρινή, λιόλουστη - και θέλεις να τη θυμηθείς
κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου
γεμίζουν τότε απόνα θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
Ή ίσως κι απο δάκρυα.
Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που
κλαίει.
Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
φιμωμένο και γιγάντιο,
Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα"

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Βραδυάζει. Κι ο άντρας κι η γυναίκα τρέχουν να πλαγιάσουν
μαζί.
Το κρεβάτι μας είναι ένα καράβι που πάει στο αύριο
χωρίς
εμάς.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα"


ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Εδώ, σ΄αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τι θα πούν, κι η ματαιοδοξία ν' αρέσει
τόσο του κλέψανε ό,τι είχε πιο δικό του
ώστε, σχεδόν, δεν κείται εδώ, κανείς.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα (1958-1964)"


ΜΙΚΡΗ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
Ποιός είσαι, λοιπόν, πίσω απ' αυτό το πρόσωπο που η κάθε
μέρα τ' αλλάζει,
ποιός είσαι πίσω απ' τις πράξεις που κάνεις τη μέρα, πίσω
απ' τις πράξεις που συλλογίζεσαι τη νύχτα.
Αρίθμητα πρόσωπα μέσα σου, καθένα ζητάει να υπάρξει
σκοτώνοντας το άλλο - ποιό είναι το αλήθινό; Ποιό είναι
αυτό το πρόσωπο
που κανείς καθρέφτης δεν μπορεί να σου το δώσει;
Αρπαγές, βιαιότητες, τρόμοι, εγκλήματα που δεν έκανες
ορίζουν το αίμα σου. Κάθε χειρονομία σου είναι βαρειά
απο χιλιάδες ξένα κι άγνωστα πεπρωμένα.
Όταν λές : μισώ, ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου,
ενώ απ΄το βάθος της αυτοθυσίας σου σε κοιτάνε ειρωνικά
τ' άγρυπνα, ιδιοτελή μάτια
του τριχωτού προγόνου σου.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα (1958-1964)"

O AΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα του' βαλε ψωμί
στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη, κι όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους. Κι η γυναίκα ανέβηκε,
σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε, σαν πηγή, το
μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά
του. Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα' θελα να' μαι θεός. Κι η γυναίκα είπε:
θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούρια ξημέρωσε.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα (1958-1964)"


ΠΟΙΗΜΑ
Θυμάμαι όταν βγήκα απ' τη φυλακή. Το κουρεμένο κεφαλι μου στρογγυλό κι άδειο σαν την υδρόγειο. "'Οχι, δεν πεινάω" έλεγα στους φίλους που με προσκαλούσαν στο τραπέζι τους, ενώ την ίδια ώρα, άρπαζα κρυφά μια φούχτα κόλλυβα, απόνα πιάτο ακουμπισμένο στη ραπτομηχανή. Που βέβαια, τα' τρωγα ύστερα, στην τουαλέτα. Έτσι χόρτασα στη ζωή μου: με νεκρούς, ταπεινώσεις, ποιήματα, χρονολογίες απο παλιές καταστροφές κι οράματα απο αυριανές επαναστάσεις. Και συχνά, για να εκδικηθώ τους άλλους, που' χαν τη βλακεία να πιστεύουνε σε μένα, έκανα διάφορες ποταπότητες και προστυχιές: δεν επέστρεφα τα χρέη μου, έκλαιγα μπροστά στους άλλους ή μιλούσα ατέλειωτα στις κομματικές συγκεντρώσεις. Γιατί, αλήθεις, ξέχασα να πώ, ότι απο καιρό τώρα ήμουνα δοσμένος σε μια μεγάλη υπόθεση - τόσο μεγάλη, θέ μου, που να' χει τόπο ακόμα και για τους πιο ηλιθιους. Δεν μπορώ όμως να μην ομολογήσω, πως οι άνθρωποι μου πρόσφεραν πολλά : απιστίες οι γυναίκες, συμβουλές οι τρελλόι, απίθανα όνειρα οι σύντροφοι, κάπως βέβαια όλα αυτά φθαρμένα απ' την χρήση και το χρόνο. Μα η απλήστία μου, σαν ένα πελώριο κύμα, τα' λουζε όλα, και τα ξανάβρισκα σα μόλις κομμένα απο τον κόρφο του θεού. Κι οι μέρες μου, θριαμβευτικές, στηρίζαν τον υπέροχο, στέρεο αγκώνα τους πάνω στο νερό της ματαιότητας. Τέλος, για να μην τα πολυλογώ, αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα : να πιστέψω στους ανθρώπους.
Τότε, λοιπόν, γιατί απαγορεύεται σ' έναν επαναστάτη, ν' αυτοκτονήσει.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα (1958-1964)"

ΣΚΗΝΕΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
Περίεργη κίνηση, ξαφνικά, στο δρόμο, κόσμος μαζεμένος
να χειρονομεί, λέξεις που τις κατάπινε η νύχτα
και το σφουγγάρι του πλήθους. Κι εκει, στη μέση,
σωριασμένος
ένας άνθρωπος. "Ποιός είναι;" ρωτούσανε,
μα κανένας δεν ήξερε. (Ποιός, άλλωστε ξέρει, αλήθεια,
τον άλλον!) Ύστερα το πλήθος σιγά - σιγά διαλύθηκε,
χώθηκε στα μπάρ, τους κινηματογράφους -
περίεργο, όπως πάντα,
κι αδιάφορο. Σήκωσα το γιακά μου και προχώρησα κι εγώ.
Έβρεχε.
Και θυμήθηκα κείνα τα χρόνια που πέφταν οι σύντροφοι
με μια μεγάλη, απαρηγόρητη σιωπή,
όπως και τα πιο υπέροχα ποιήματα
πεθαίνουν μέσα στο χρόνο.

Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα"

ΑΝΤΙΟ
Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων γι να
περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα' χουν πεθάνει, στις ράγες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωϊνά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος απο τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν,
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες,αλλά
απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε
έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με
τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
δε θα γραφτούν ποτέ...

Τάσος Λeιβαδίτης
"Βιολέτες για μια εποχή"

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ
Η φτωχή Ραχήλ, ωχρή, με ανίατα όνειρα, θεραπευόταν τώρα
ανάμεσα στα μαύρα δέντρα, όπως ένας τυφλός που με το φλάουτο
κάνει ν' ανθίζει το σκοτάδι ή όπως τα παιδικά παιχνίδια που μια
μέρα εξαφανίζονται άξαφνα σα να τα πήρε μαζί του το παιδί-
καθώς πέθαινε, περίλυπο, μέσα στον άντρα.

Τάσος Λειβαδίτης
"Βιολέτες για μια εποχή"

TO ΦΕΥΓΑΛΕΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ
Κάθε πρωϊ ξυπνώντας κρατάω τα κλειδιά ενός κόσμου που
βασίλεψα μέσα στ' όνειρο,
οι μύγες τρέχουν ταραγμένες σαν κάτι πολύ σπουδαίο να έχουν
μόλις πληροφορηθεί
οι φτωχοί όταν τους ταπεινώσουν κοιτάζουν στο βάθος του καπέλου
τους σα να΄ναι εκεί προφυλαγμένη η αληθινή τους ζωή
πρόσωπα λησμονημένα που δε θέλουν να πεθάνουν
τοπία εντελώς αδιάφορα σαν εκείνους που λένε πολλά
θυμάμαι, παιδί, τα τζιτζίκια ή τις μέλισσες κι ύστερα τους χαμενους
συντρόφους εδώ κι εκεί
κάποτε πιάναμε φιλίες με το άγνωστο πίσω απ' τον καναπέ
αργότερα έφτασε μια νύχτα να τραβήξεις την κουρτίνα
για ν' αντικρίσεις όλο το ανεπίστρεπτο
κι αυτή η αλλόκοτη ευδαιμονία που νιώθεις καμιά φορά, ακόμα
κι όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει στάχτη - ίσως αυτό είναι ο
θεός
οι αναμνήσεις δεν έχουν οίκτο, η σιωπή είναι η μόνη ελευθερία
η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζαμε τους αθάνατους
μαντήλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στο βάθος - ποιός φεύγει;
τι σημασία έχει,
η μητέρα κι ο πατέρας πέθαναν, τ' αδέρφια πέθαναν, πέρασαν τα
χρόνια - ούτε τα φαντάσματά τους δεν εμφανίζονται πια,
λοιπόν, γιατί απορείτε που βιάζομαι; είναι μια γνωριμία απο μιαν
άλλη ζωή και τρέχω να την ξαναβρώ,
στον καθένα μας υπάρχει ένα έγκλημα που το' χουμε ξεχάσει-
αλλά φοβόμαστε τον ύπνο
ο νέος που υπήρξα πεθαίνει ακόμα μες στους καθρέφτες
κι άλλοτε "Θα χιονίζει στη Σιβηρία" σκέφτομαι, αλλά θα μου πείτε
τι μ' ένοιαζε - λάθος, γιατί εγώ είμαι διεθνιστής και
κρυώνω
η ζωή μας στη διάθεση των άλλων σαν την επιγραφή ενός τάφου
αλλά όταν εν΄αστέρι πέφτει το βράδυ φέρνει ειδήσεις στα παιδιά
ή όταν φεύγουν τα πουλιά το φθινόπωρο, ποιός θα χτυπήσει φιλικά
στον ώμο το φυλακισμένο
και συχνά τις νύχτες οι νεκροί σύντροφοι παραμερίζουν με κόπο τη
λήθη για να μου στείλουν λίγα δάκρυα,
κόσμος μικρόψυχος που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω
απ' το δέντρο που βρέχεται -
ο ήχος ενός σφυριού την ώρα που βραδυάζει, η μυρουδιά ενός
μουσκεμένου κήπου, κάποιος περαστικός - πράγματα απόμακρα
ή ξένα που κάποτε θα τα θυμηθείς με πόνο
κι αυτή η μυστική εύνοια που σου χαρίζεται όταν σ΄έχουν όλοι
εγκαταλείψει
λοιπόν, ποιός είμαι; ποιός είσαι; καιρός να γνωριστούμε καλύτερα -
ένα καμπαναριό φεύγει μες τα σύννεφα
ώ, ας μην τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω - που διαβαίνω
ανυπεράσπιστος κι ωραίος.....

Τασος Λειβαδίτης
"Βιολέτες για μια εποχή"


Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΔΕΝ ΕΦΤΑΣΕ ΠΟΤΕ
Οι κάμαρες που αγαπηθήκαμε ταξιδεύουν μες στην ομίχλη, η
Μαργαρίτα ανάβει ένα κερί και κατεβαίνει τη σκάλα, το παλιό
σχολείο έκλεισε, το φεγγάρι γράφει με κιμωλία πάνω στα τζάμια
- κι αχ, πως να σου φτάσει μια ζωή μέσα στο ατέλειωτο άγνωστο
μιας νύχτας του φθινοπώρου, κι η Μαργαρίτα κρατάει το αναμμένο
κερί και κατεβαίνει τη σκάλα, περνάει ανάμεσα στους νεκρόυς της
και μπαίνει στη ζωή της, "είναι κανείς εδώ;" ρωτάει και ξανά
"είναι κανείς εδώ;", καμιά απάντηση και θα περάσει πολύς καιρός
- γιατί κι η ποίηση είναι σαν μια εξομολόγηση αργά τη νύχτα,
σ΄ένα πρόσωπο που άξαφνα πέθανε
και μεις συνεχίζουμε να μιλάμε.

Τάσος Λειβαδίτης
"Βιολέτες απο μια εποχή"



ΛΥΚΟΦΩΣ
Κάποτε θα σου διηγηθούν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου,
αλλά εσύ δε θα τις γνωρίζεις, κι άλλοτε σε μια πάροδο ή σ' ένα
καφενείο βλέπεις πρόσωπα για πρώτη φορά κι όμως νιώθεις ότι
έζησες πολύν καιρό μαζί τους, σε ποιάν άλλη ζωή τάχα ή στη
μοναξιά του φθινοπώρου ή μες στ' όνειρο για έναν κόσμο ωραιότερο
- μην παραξενευόσαστε λοιπόν που έμεινα τόσο νέος: εγώ δεν είχα
ιστορία, όπως και τα πιο ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν είναι
πλέον αργά
κι αυτές οι πορφυρές ανταύγειες του δειλινού στο βάθος σαν τις
πυρκαγιές σε μια παλιά χαμένη εξέγερση, τι έγινε; Kανείς δεν
επέζησε να μαρτυρήσει - δίκαιη ώρα του λυκόφωτος,
όταν πλανιόμαστε σε προκυμαίες ή ουρανούς,
ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα
και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν ενώ απο κάπου
ακούγεται μια μελωδία παιδική ξεχασμένη σαν ένας άγγελος που
έχασε το δρόμο του -
ζούμε σ' ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ' όπου δε θα βγούμε παρά για
ν' αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή....

Τάσος Λειβαδίτης
"Βιολέτες για μια εποχή"


ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Εκείνο το πρωϊ ξύπνησα με την αίσθηση ότι μες στον ύπνο μου
είχα ανακαλύψει επιτέλους τι σημαίνει ευτυχία - μόνο που δε
θυμόμουν τι ακριβώς
τ' άλλα θα τα μάθαινα αργότερα μεσ' απο σκοτεινούς
υπαινιγμούς ή αδιάφορα λόγια και συχνά αναρωτιόμουν: είμαστε τάχα
αθώοι αυτού του εγκλήματος;
Όμως η νύχτα με δρόμους μοναχικούς και τύψεις φτιάχνει
έναν κόσμο ξένο, φανάρια υγρά μέσα στις γάζες των αποστάσεων,
άνθρωποι που υπάρχουν και δεν υπάρχουν όπως όλοι μας, πόσα βιβλία
αδιάβαστα ακόμα, πόσα κλειδιά ριγμένα στο ποτάμι κι οι νεκροί
δεν πέθαναν αλλά τώρα ξέρουν την ώρα και δεν παραουσιάζονται
όποτε να' ναι.
Ο Ιάκωβος έκανε να με κρατήσει, "χάθηκαν όλα" του λέω,
"μα αυτό είναι το συναρπαστικό" μου λέει - φίλοι παλιοί απ' τον
καιρό που είχαμε ακόμα την δύναμη να κλαίμε.
Ύστερα μείναμε σιωπηλοί κοιτάζοντας τον καθρέφτη -
υπήρχε εκεί κι ένα τρίτο πρόσωπο για το οποίο δεν θα μιλησουμε ποτέ.
Τώρα αν θυμάμαι κάτι απ' τη ζωή μου είναι δυο τρία ήρεμα
βράδια και λίγη μουσική απ' το ανεκπλήρωτο - κι αυτά τα γλυκά
λόγια που λέμε στον εαυτό μας όταν μας έχουν όλοι απαρνηθεί...

Τάσος Λειβαδίτης
"Βιολέτες απο μια εποχή"



AΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΤΣΑΪ
Αλλά γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις.
Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω απο μια μαρκίζα, αλλά δε
βλέπουν ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο;
Τι συνέβει χτές; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας
φεύγοντας άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη
ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν
μια συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
"μα δεν ακούς, λοιπόν - δεν ακούς; "ν' ακούσω τί;"
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου
ν' απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα - ποιόν ειδοποιούσαν; Τι
ήθελαν να πουν;
Aπ' όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ' την νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι. {...}
Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδυασε,
στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα - στάθηκα στο διάδρομο,
είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα
την κρίσιμη στιγμή -
με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λεει, κρυφά τις σκιές
του παλιού σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου
αίμα
κι ύστερα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω
απο κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα
τόσο νωρίς το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι
μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να' χει κανείς αλλού το νού του. Εξάλλου,
εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις
γνωριμίες.
{...}
'Ωσπου σιγά σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο
αίνιγμα
και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που
ενδίδουν
κι ύστερα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας
αναγνώρισης που άργησε
οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χαθηκαν κυνηγώντας
κάτι άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό
κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι
απο αύριο ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή.
Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιός μας εμπάιζει ;
Kαι καμιά φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει
βοήθεια ακούγεται απ' το παρελθόν - ακριβώς γιατί
ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις απο γεγονότα που δε
συνέβησαν ποτέ - αλλά ποιός είναι βέβαιος για το τι
συνέβει ;
Eξάλλου η κάμαρά μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της
γής, θέλω να πώ πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή
ξένοι.
Ω, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν
ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωϊ και μετά το
ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το
ίδιο πεπρωμένο. Και είδα τ' ανοιχτά παράθυρα
σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ'
αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποιήση για πάντα.

Τάσος Λειβαδίτης
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"








ΙΝΑ ΠΛΗΡΩΘΗ ΤΟ ΡΗΘΕΝ....

{...}
Ήμουν τόσο λυπημένος,
που οι άγγελοι μου τραγουδούσαν στον ουρανό, άρχιζα
τότε να τραγουδάω κι εγώ
για να μην καταλάβουν οι γείτονες, έτσι απέκτησα τη
φήμη ξέγοιαστου ανθρώπου
εξάλλου ο ρόλος μου πάντα ήταν να κρατάω ξύπνιο αυτό
το ηλίθιο φάντασμα
μιας παλιάς ευτυχίας, και καμιά φορά η μητέρα με
ρωτούσε δακρυσμένη "γιατί σ' αρέσει να ταπεινώνεσαι;"
"θέλω να καταλάβω, μητέρα".
Και κλαθε τόσο απ' το μεγάλο ρολόϊ του τοίχου ακόυγονταν
οι θλιβεροί ήχοι των επιζώντων
στο ίδιο σπίτι μείναμε πολλοί :
ο γέρος με το φλάουτο
ένας τρελός χωρίς ηλικία
ένα φάντασμα απ' την Οδησσό
εγώ με τα χειρόγραφά μου εγκαταλελειμμένα στον
ουρανό -
τ' απογεύματα κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάζω
ν' ανάβουν ένα ένα τ' άστρα
έτσι έμαθα την πικρή μοίρα των θνητών.
Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιήθηκαν
ποτέ
όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη
ματαιότητα, ενώ η μητέρα
κλειδωνόταν στην κάμαρα κι έκλαιγε σιωπηλά -
νευρασθένεια, έλεγαν οι γιατροί, όμως εγώ ήξερα ότι
είχαν περάσει τα χρόνια
κι έπρεπε τώρα να κλάψει και για εκείνα που δεν έγιναν
ποτέ
κι ίσως αυτά να ήταν η αληθινή ζωή μας.
Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα γίνεται άξαφνα μια
παράξενη ησυχία απο πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,
ο αέρας μυρίζει παλιούς μενεξέδες - το γέρικο νοσοκομείο
με τα μικρά κίτρινα φώτα του τη νύχτα μοιάζει
σα να' ναι
απο μιαν άλλη εξωπραγματική ζωή - εκεί έζησα, άρρωστος
απο χαμένες ευκαιρίες αιώνων,
όταν γύρισα σπίτι δεν ακούγονταν πια τ' ανάλαφρα
βήματα των κοριτσιών
ή των επισκεπτών το βράδυ. Και κάθε φορά που έβαζα
ένα δίσκο στο γραμμόφωνο, καταλάβαινα ότι δεν
ξαναρχίζει ποτέ κανείς δυο φορές
και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδορος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του -
λοιπόν ποια πράξη μας βαρύνει την ημέρα
της Κρίσεως ; Ποιός θα σηκωθεί να μας υπερασπιστεί ή έστω
να κάνει μια μικρή αναφορά στ΄όνομά μας ;
Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε
τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε !
Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο όποιος χάνει :
πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβλη.
Έτσι, απόψε που σκοτείνιασε και δεν έχουμε πουθενά να
πάμε, ας κάνουμε ένα ταξλιδι στα περασμέν -
τι θα βρούμε ; άγνωστο. Γι αυτό καλύτερα μην το
διακινδυνεύσουμε,
ας γυρίσουμε προς τον τοίχο τις φωτογραφίες των νεκρών
κι ας κοιμηθούμε λίγο. Αφού όλα είναι
ανώφελα κι εδώ που ζήσαμε
θα κατοικήσει η λήθη.

Τάσος Λειβαδίτης
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"


OI ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Οι καλές διηγήσεις είναι πάντοτε σύντομες σα τα
πρώτα σημάδια του πεπρωμένου
προς τι λοιπόν οι μακριές εξομολογήσεις - στάθηκα στην
άκρη του δρόμου κι έκλαψα
όχι απο θλίψη, αλλά για να εκδικηθώ αυτά τα μαύρα
χρόνια που με τυράννησαν -
αλλά κι όταν σε διώχνουν γιατί το κάνουν, αν όχι για
να δείς έξω την απεραντοσύνη του δειλινού,
είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα και για μια στιγμή γίνονται όλα τόσο πιθανά,
που θα μπορούσες να ζήσεις μια αιωνιότητα - συλλογιέμαι
τη μητέρα που μπαινόβγαινε στα δωμάτια των
αρρώστων ανέγγιχτη
και καμιά φορά το απόμακρο τραγούδι ενός περαστικού
τη νύχτα
είναι ό,τι πιο ωραίο ζήσαμε. Και κάποτε θα σας πώ πόσο
πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε
τον ίδιο προσωπικά
όπως ο δήμιος...
{...}
Παρακολουθούσα λοιπόν με αγωνία το βάθος του ορίζοντα
ή τα φύλλα του ημερολογίου
και τα όνειρα που κάναμε παιδιά μας διαποτίζουν
ολόκληρους
χωρίς να τα θυμόμαστε ή στη μέση του καλοκαιριού ένα
μικρό σύννεφο είναι ο πρόλογος του φθινοπώρου
και συνήθως σκοτώνουμε το παρόν με το φόβο ή την τύψη
μα πιο πολύ με τ' όνειρο
κι αν συνεχίζω να υποφέρω είναι ένα μέγα μυστήριο γιατί
κανείς δε θα ζήσει ποτέ δυο φορές
ω ηλικία, που έστω κι ένα βλέμμα στον καθρέφτη είναι
μια μάχη με άγνωστη έκβαση.
Πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σα να' χα
κλείσει την πόρτα μου σ' έναν άγγελο
ή παραπλανήσει ένα παιδί - κατά τα άλλα η οικογένειά μου,
απο τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις
μεγαλοαστικές συνήθειες
μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε
κι ένα άλλο στην εξοχή.
Ύστερα ο πατέρας πτώχευσε, όλα άλλαξαν, ο αδερφός
μου άρχισε να στέλνει μοχθηρά γράμματα
κι εγώ ερωτεύτηκα την Ιβηρική χερσόνησο
εξάλλου τι άλλο είναι ο κόσμος απο εκείνη τη μεγάλη
υπόσχεση
τι άλλο η αμαρτία απ' το να μην αγαπάς τον εαυτό σου
τι άλλο η ανωνυμία απο το να ζήσεις αγνός και να φύγεις
αγνότερος
ή όταν γύριζα απ' τις περιπέτειε΄ς μου στο άγνωστο
έφερνα πάντα σαν έπαθλο
την ωραία άγνοια του κόσμου
και συχνά μ' έβρισκε άγρυπνο το πρωϊ να χρωματίζω
χάρτινα πουλιά
και να περιμένω να κελαηδήσουν. Ένας αλκοολικός του
ονείρου σ' ΄ναν ύπνο απο χιόνι.
{...}
Και κάποτε ονειρεύομαι να κλάψω τόσο πoλύ, που όλα
τα μυστικά ν' αποκαλυφθούνε
θα' ναι νύχτα βαθιά κι η θάλασσα θ' αναζητάει την
αιωνιότητα
σαν τους αυτόχειρες - τελικά διάβηκε η ζωή, αλλά δεν
το κατάλαβα, έχοντας να λησμονήσω
τόσους θλιμμένους αιώνες - κοίταζα λοιπόν κάθε στιγμή
μου να γίνεται σκόνη κι ύστερα όνειρο
και καμιά φορά έβγαζα το κεφάλι μου απ΄το παράθυρο
"το ξέρω ότι ματαιοπονώ" τους έλεγα και τους έδειχνα
τα μενεξεδένια σύννεφα.
Αλλά τώρα βασίλεψε ο ήλιος, σε λίγο θα πάρω το δρόμο
της δύσης
και δεν θα με ξαναδείτε παρά στο τελευταίο κεφάλαιο του
ωραίου μυθιστορήματος
κρεμασμένο με τους άλλους επαναστάτες.

Τάσος Λειβαδίτης
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"


ΕΝΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ

Τελικά
η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. Ακολούθησαν ταραγμένες
μέρες. Σκιές απ' το παρελθόν
εμφανίστηκαν στους δρόμους. Κάποιο ευφάνταστοι είδαν
και τον τυφλό ραψωδό
σε μια σκάλα υπηρεσίας - εξακολουθούσε ενοχλητικά
να υμνεί την Τροία.
Εμείς σερνόμαστε συντριμμένοι απ' το μεγαλείο όλων
αυτών που δεν πράξαμε. Ώσπου νύχτωνε
και τ' άστρα φώτιζζν σιγά σιγά
το ακατανόητο του κόσμου.
Κι ο αδερφός μου
πέθανε στο νοσοκομείο. Μόλις ξεψύχησε μάλιστα του
έβαλαν μπροστά ένα παραβάν
για να μην μπορώ να ξεχάσω.
Τα κυπαρίσσια αντίκρυ, ήσυχα και σιωπηλά, τη νύχτα
κάνουν μυστηριώδη νοήματα στους επιλήσμονες
ακόμα κι οι εποχές γερνάνε - θυμάσαι τον μικρό αντεροβγάλτη
του παλιού καναπέ
τώρα ήρθε ο καιρός να ξεκοιλιάσει κι εσένα μια
αστόχαστη λέξη
ήρθε ο καιρός ν' ακούσεις τις τρομερές ιστορίες που
διηγούνται οι ώρες απ' το βάθος των ρολογιών
η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες
τα παιδικά φαντάσματα μας εγκατάλειψαν, ασ φορέσουμε
ένα σεντόνι κι ας πάρουμε τη θέση τους -
οι γέφυρες τη νύχτα μοιάζουν με τα ηνία ενός μεγάλου
αμαξιού, ποιός το οδηγεί ; που μας που πάει ;
στις γωνιές παραμονεύουν εκείνοι που ξεχάσαμε,
το μέλλον είναι ένας κήπος που επιτέλους αναπαύονται οι νικημένοι
κι υπάρχουν μερικοί που παραδόξως νομίζουν ότι είμαι
εγλω -
ας τους αφήσουμε στην πλάνη τους.
{...}
Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνον όταν κάποιος μας
αγαπήσει
ερχόμαστε για λίγο.

Τάσος Λειβαδίτης
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"


ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ (Βιολετες για μια εποχή)
(...) Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το
παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δυο (...)
________________________________________

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Ι (Βιολέτες για μια εποχή)
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατoρθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.
________________________________________

ΝΥΧΤΑ (Βιολέτες για μια εποχή)
Κι άξαφνα ανακαλύπτεις σ' ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά
ή σ' ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.
________________________________________
ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΗ (Τα χειρόγραφα του φθινόπωρου)
Κι μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα
μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που
είδε κάποτε σ' ένα αβέβαιο όνειρο.
________________________________________

(Συμφωνία αρ. 1)
Και τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.
________________________________________

(Συμφωνία)
Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη σημαία
άλλη καρδιά, άλλο άστρο, άλλη δικαιοσύνη -
απ' τη ζωή.
________________________________________

ΜΑΤΑΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ (Νυχτερινός επισκέπτης)
"τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά", "μα δε βλέπεις, του λέω,
μας ξεχασαν", "γι' αυτό" μου λέει.
________________________________________

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ (Σημειώσεις)
Νύχτα. Μονάχα τ' άστρα. Και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα-
εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματά τους.
________________________________________
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΕΞ ΥΦΑΡΠΑΓΗΣ (Εγχειρίδιο ευθανασίας)
(...) εκείνοι που ζούν στην αφάνεια έχουν εγκατασταθεί καλά, γιατί δεν
ξέρει κανείς απο που να μπει να τους διωξει.
________________________________________
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (Ο τυφλός με τον λύχνο)
Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος.
Κιη κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ.
________________________________________
ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ (Κάτω απ' τον ίδιο αστερισμό)
(...) κι η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα να ' χεις υπάρξει κι άλλοτε ή
να' χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές
________________________________________

ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΒΙΟΣ (Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς)
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί-
που καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
________________________________________

ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ (Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα)
(...) και συνήθως σκοτώνουμε το παρόν με το φόβο ή την τύψη
μα πιο πολύ με τ' όνειρο.
________________________________________

ΔΕΙΛΙΝΟ (Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου)
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που
αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον
________________________________________

ΑΝΘΡΩΠΟΙ (Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου)
Άνθρωποι που έζησαν τόσο μυστικά που όταν πέθαναν ο θάνατος
δε βρήκε τίποτα να τους πάρει.
________________________________________

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (Βιολέτες για μια εποχή)
(...) Oμως, εδώ τέλειωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε
κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ' αναζητούν τώρα
τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν.
Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι' αυτό, σας λέω,
ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια
μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική....
________________________________________
{....}Κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά, θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω...




ΥΙΙΚΗ ΣΤΟΡΓΗ

Η μητέρα μου,απ'τις καλές πλύστρες του καιρού της,έπασχε από αρθριτικά κι ήτανε δύσκολο τώρα να κατέβει.Επρεπε,λοιπόν,εγώ κάθε νύχτα ν'ανεβαίνω στον ουρανό.


ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
Συχνά,θυμάμαι,οι μεγάλοι,όταν ήμουν παιδί,μιλούσαν για το μέλλον μου.Αυτό γινόνταν συνήθως στο τραπέζι.Αλλά εγώ ούτε τους πρόσεχα,ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι'αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ:
ήταν τόσο αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
«Πρέπει,οπωσδήποτε,ν'αλλάξω ζωή,αλλοιώς είμαι χαμένος.Βέβαια έχω καιρό μπροστά μου,είμαι ακόμα νέος.Aν μπορούσα να ξεφύγω αυτή την άθλια καθημερινότητα,υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί,αν σταθώ λιγώτερο εύκολος στις διάφορες προφάσεις-μα ιδιαίτερα αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.Τοτέ,αλήθεια,ίσως φτιάξω κάτι,ίσως μάλιστα και κάτι το μεγάλο όπως ονειρεύομουν από παιδί...»

Έτσι έγραφε καποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.Κι έκλαιγε.Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.Το πρωί,μόλις θυμόταν κάτι αόριστα.Και σε μερικά χρόνια πέθανε.

ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ
Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.Τα χάδια μας ξυπνούσαν τώρα πιότερο την ανάμνηση παρά το ίδιο μας το κορμί.Κι όμως δε θέλαμε να το πιστέψουμε,επιμέναμε.Σκεπάζοντας τις ρωγμές του χρόνου με όρκους,δάκρυα,ασέλγειες,κι άλλες τέτοιες υπέροχες και μάταιες υπερβολές.

Μα όταν κείνο το βράδυ σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε σιωπηλοί κι έφυγες χωρίς να σε σταματήσω ή να σε καλέσω πίσω και το κρεβάτι έμεινε βουλιαγμένο κι άδειο,σαν ένας τάφος που ζητάει το νεκρό του,και βρέθηκες μονάχη στη μέση του δρόμου,κι εγώ καταμόναχος στην άδεια παγωμένη κάμαρα,έκλαψα-έκλαψα τότε ατέλειωτα,καθώς είδα με τρόμο ξαφνικά,πόσο είχαμε σταθεί για πάντα ξένοι.

ΜΙΚΡΗ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
Ποιός είσαι,λοιπόν,πίσω απ'αυτό το πρόσωπο που η κάθε μέρα τ'αλλάζει,
ποιός είσαι πίσω απ'τις πράξεις που κάνεις τη μέρα,πίσω απ'τις πράξεις που συλλογίζεσαι τη νύχτα.
Αρίθμητα πρόσωπα μέσα σου,καθένα ζητάει να υπάρξει σκοτώνοντας το άλλο-ποιό ειναι το αληθινό;Ποιό είναι αυτό το πρόσωπο που κανείς καθρέφτης δεν μπορεί να σου το δώσει;
Αρπαγές,βιαιότητες,τρόμοι,εγκλήματα που δεν έκανες ορίζουν το αίμα σου.Κάθε χειρονομία σου είναι βαρειά από χιλιάδες ξένα κι άγνωστα πεπρωμένα.
Όταν λές:μισώ,ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου,ενω απ'το βάθος της αυτοθυσίας σου σε κοιτάνε ειρωνικά τ'άγρυπνα,ιδιοτελή μάτια
του τριχωτού προγόνου σου.
Ο ΖΟΝΓΚΛΕΡ ΜΕ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ
Σα να μην ακουμπάς στο χώμα,μα σα νάσαι σε μια μεγάλη σκάλα πάνω,που κι αυτή σε μι'άλλη σκάλα στηρίζεται,κι εκείνη το ίδιο σ'άλλη,αναρίθμητες σκάλες, που όνομα αν θέλεις να τους δώσεις,πές τες:φιλοδοξία,οίχτο,αλαζονεία,
ονόμασε τες φόβο του θανάτου,κι άλλο φόβο ετούτον,πιο μεγάλο,
της ζωής,πές τες:οράματα,επιθυμίες,μνήμες δικές σου,
κι άλλες μνήμες
εκείνων που σου δώσαν το αίμα και δε γνώρισες ποτέ σου,
ονόμασε τες:μέρες,πες τες νύχτες,και πες τες και Θεό και Τίποτα,και χρόνο και δικαιοσύνη,
όλα τα ονόματα,η κάθε λέξη και μια επικύνδινη,μεγάλη σκάλα είναι,
κάνοντας ένα πελώριο τρεμάμενο οικοδόμημα από σκάλες
που είναι έτοιμες να πέσουν και που τις κρατάει μονάχα
ετούτης της μικρής σου ύπαρξης η αμείλιχτη ισορροπία.
ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Εδώ,σ'αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τι θα πούν,κι η ματαιοδοξία ν'αρέσει
τόσο του κλέψανε ό,τι είχε πιο δικό του
ώστε,σχεδόν,δεν κείται εδώ,κανείς.


Δολοφονία οργανωμένη
Μια δειλή πράξη σου σε κάνει να πεθαίνεις μέσα στους άλλους
με μια συγγνώμη αργοπορημένη πεθαίνουν οι άλλοι μέσα σου.
Λίγη περισσότερη σιωπή μπορεί να σκοτώσει το ίδιο αλάνθαστα,όπως και μια λέξη.Μια κίνηση αδιαφορίας,ένα βλέμμα επίμονο,το κουδούνι που δε χτύπησε,το γράμμα που ήρθε,κάνουν το ίδιο καλά τη δουλεία τους οπως ένα μαχαίρι ή λίγο υδροκυάνιο.Κάθε μέρα,όλες τις νύχτες,24 ολάκερες ώρες ο φόβος σκοτώνει,η απροδιοριστία σκοτώνει,τ'όνειρο σκοτώνει,η πράξη σκοτώνει...
Κι όταν πεθαίνεις
κανείς δεν ξέρει από πόσους καθημερινούς θανάτους
σε προφυλάσει
αυτό το μικρό χωματένιο ύψωμα.

ΠΟΙΗΣΗ
Μια ολόκληρη ζωή,ούτε μια μέρα δίχως ένα στίχο,ή,τουλάχιστον
κάποια διάθεση ποιητική.Σαν τους ετοιμοθάνατους
που μιλάνε αδιάκοπα και δίνουν ευχές και παραγγελίες,
που κάνουν προφορικές διαθήκες και μοιράζουν ακόμα κι ανύπαρχτες
κληρονομιές-ξέροντας πως μόλις σωπάσουν
θάχουν πεθάνει.
Μελοντικά Αριστουργήματα
Έτσι, για να μην αθετήσω την υπόσχεση μου, έπρεπε κάθε
νύχτα τώρα να ξεχνάω, σαν τους φτωχούς που είναι έτοιμοι να
δεχτούν μ΄ ένα οποιοδήποτε αντάλλαγμα - φτάνει να τους αφήσουν.
Και για τους οποίους θα γράψω κάποτε μια ιστορία τόσο τρυφερή
που δε θα βρίσκω το δρόμο

Φθινοπωρινό σχόλιο
Το ουσιώδες στη μικρή ιστορία μου ήταν μια μαύρη κουνιστή
πολυθρόνα - αλλά που είναι τώρα το σπίτι, που είναι η φρουτιέρα
με τα παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες που πνίγαμε τα γέλια -
μόνον η λάμπα καίει ακόμα στην άδεια κάμαρα, σαν κάποιον που
συνομιλεί με τον εαυτό του αγνοώντας τους κινδύνους ή όπως μια
γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να
΄χατε αγαπηθεί πολυ
μες στην ατέλειωτη ερήμωση μιας μέρας του φθινοπώρου.

Χρονοδιάγραμμα
Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν για
το μέλλον μου. Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι. Αλλά εγώ
ούτε τους πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι΄ αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο
αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

Οι σκιές μας
Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι - εκεί που η
μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως
όταν οδηγούν έναν τυφλό.
Σ΄αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς
ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνον τις σκιές μας στο πάτωμα εδώ.

Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας
Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.
"Λάζαρε, βγες έξω", φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός
νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του
κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,
πως θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό...

Κι εγώ χρειάζομαι τη βοήθεια του Θεού
- Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.
- Μα αυτή είναι η βοήθειά μου - να χαθείς...
Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!

Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

Το άσπρο άλογο
Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω - κάπου
είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
το χέρι του τρελού
και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

Ανταμοιβή
Ένα παιδί κοιμάται. Όλη τη μέρα έκλαψε. Αλλά τώρα χαμογελάει
καθώς η Μεγάλη Άρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα
το ξεσκέπαστο πόδι του
ΔΕΙΛΙΝΟ
του Τάσου Λειβαδίτη

Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα -
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.


ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
του Τάσου Λειβαδίτη

Συλλογιέμαι τη μοναξιά ενός παιδιού που παίζει ολομόναχο σ' έναν κήπο μες στην ερημιά του καλοκαιρινού απομεσήμερου.
Ίσως οι πιο ωραίοι στίχοι ενός ποιητή ν' άρχισαν εκεί.
Ω θλίψη
Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος, αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου. Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.
Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.
Ευχαριστώ
Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα να αντέξω το βάρος σου.
Θεέ μου, μ’ αυτήν την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις.
Πως να σε σώσω...
Απλοί στίχοι
Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις
Ποιητές
Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.
Τερέζα
Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, «Τερέζα» φώναξα, τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο «που είναι η Τερέζα;» ρώτησα, «πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε χθες», «ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη πουτάνα ήταν » κανείς δε μίλησε «μα πως μπορεί ένας άγγελος να πεθάνει » είπα κλαίγοντας.
Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου