Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

«Η ΛΟΥΟΜΕΝΗ»



Μια οπώρα σάρκας λούζεται σε νεαρή μια στέρνα
(γαλάζιο μες στους ριγηλούς κήπους), απ το νερό, όμως
Έξω, αποσπώντας τον κροσσό όπoυ ένα φαντάζει κράνος
Λάμπει η χρυσή της κεφαλή μ’ εντάφια αταραξία.

Ανθεί η ομορφιά της με το ρόδο και το αγκάθι! Εβγήκε
Τώρα απ’ τη στέρνα όπου όλα της μουσκεύουν τα στολίδια
Κρίνοι και ενώτια που η σκληρή ανθοδέσμη τους μαστίζει
Τ’ αυτί δοτό στου κύματος του αβρού τα γυμνά λόγια.

Μες στο μηδέν το διαφανές λουσμένο το ένα μπράτσο
Απροσδιόριστο, τη σκιά ενός άνθους για να δρέψει
Απ’ την κενή ηδονή ξεφτά, κοιμάται ή κυματίζει

Αν τ’ άλλο, κάτω απ’ τον ωραίο ουρανό, λαμπρό, καμπύλο,
Στην πλούσια κόμη ανάμεσα, που υγραίνει, αιχμαλωτίζει
Στ’ απλό χρυσάφι της μια πτήση εντόμου μεθυσμένη.
(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, εκδ. Καστανιώτη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου